Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ευλογημένος θόρυβος: No Age live in Athens

Το δίλημμα είχε τεθεί εξ αρχής: No Age ή Echo & The Bunnymen; Καλιφορνέζικο indie rock ή Βρετανικό post punk; Los Angeles ή Liverpool; Six d.o.g.s ή Gagarin; Τελικά, όσο και αν το δολοφονικό φεγγάρι του Ian McCuloch με καλούσε να συμμετάσχω στις τελετουργίες του, επικράτησε η λογική για να παρακολουθήσω μία από τις καλύτερες μπάντες των τελευταίων που συμβαίνει τώρα, τους No Age.

Λαμβάνοντας τα δεδομένα ότι το live των No Age στη Θεσσαλονίκη δε μάζεψε μεγάλο κοινό, και συνυπολογίζοντας τη συναυλία των Echo & The Bunnymen την ίδια βραδιά, δεν είχα προσδοκίες για ένα γεμάτο six d.o.g.s, όσο και αν η χωρητικότητά του είναι περιορισμένη. Προς μεγάλη μου έκπληξη λοιπόν, φτάνοντας στην είσοδο, αντίκρυσα αφισοκολλημένη την ανακοίνωση ότι το αποψινό live είναι sold out. Όμορφα πράγματα. Και η βραδιά αναμενόταν μεγάλη...

Το event ξεκίνησε με μία ώρα καθυστέρηση, με τους Zebra Tracks να επωμίζονται τον άχαρο, αλλά σημαντικό ρόλο να ανοίξουν τη βραδιά. Καθότι αρκετά άτομα, δεν είχαν πρόβλημα στο να γεμίσουν τη σκηνή. Φρέσκος ήχος και νεανικός δυναμισμός, και μπορώ να πω ότι το υλικό τους μου άρεσε περισσότερο αποδομένο ζωντανά. Σε κάποια σημεία το παίξιμό τους μου θύμισε τους Dead 60s. Highlight το 'Silicone Valley'. Σίγουρα χρήζουν προσοχής.

Οι Monovine γύρω στις 11 παρέλαβαν τη σκυτάλη, και με το ντεμπούτο τους να έχει αποσπάσει δικαίως πολύ καλές κριτικές, το μόνο που έμενε ήταν να διαπιστωθεί πόσο καλά μπορούν να αποδώσουν το υλικό τους και επί σκηνής. Πριν ακόμη αρχίσουν να παίζουν, δημιουργήθηκαν κάποια τεχνικά προβλήματα, τα οποία δεν επιλύθηκαν στο σύνολό τους καθόλη τη διάρκεια του live. Το αποτέλεσμα ήταν ο ήχος να μην είναι ο ιδανικός. Παρόλα αυτά, κατάφεραν και απέδωσαν εξαιρετικά το δυναμισμό του "Cliche". Ο drummer τους είναι δυνατός με στιβαρό παίξιμο, ο μπασίστας φέρνει και σε κοψιά, αλλά και σε παίξιμο στο Novoselic εποχής "In Utero", και ο κιθαρίστας/frontman διαθέτει όλα τα στοιχεία που πρέπει να διαθέτει ένας frontman σε αυτό το είδος. Περιθώρια βελτίωσης στα live σίγουρα υπάρχουν, αλλά το κατέχουν. Δεν τους φοβάμαι.

Η ώρα είχε πάει 12, και η αναμονή για το δίδυμο από την California είχε χτυπήσει κόκκινο. Ήξερα ότι οι No Age είναι απλά και προσγειωμένα άτομα, αλλά δεν περίμενα σε τέτοιο βαθμό. Καθώς ο Spunt ετοίμαζε το drum kit, ο Randall ήρθε και στάθηκε δίπλα μου σε κάτι σκάλες, λέγοντας απλά ότι θα κάνει ένα τσιγάρο. Δεν ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από το κοινό. Παράδειγμα προς μίμηση η τιμή των t-shirts μόλις στα 5 Ευρώ. Στα live τους όλοι περνούν καλά και αυτό φαίνεται. Άλλωστε από το 2007, όταν και ξεκίνησαν την πορεία τους, δε σταμάτησαν να κυκλοφορούν νέο υλικό και να πραγματοποιούν συνέχεια συναυλίες, ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη. Σου δίνουν την εντύπωση ότι θα μπορούσαν να παίζουν κάθε βράδυ για πάντα, δίχως ωστόσο να χάσουν τον ενθουσιασμό τους. Στα 80 περίπου λεπτά που διήρκησε το set τους, και παρά το γεγονός ότι ο ήχος δεν ήταν άψογος, δεν υπήρχε ούτε μία αδύναμη στιγμή. Από το 'Teen Creeps' μέχρι το 'Fever Dreaming', και από το 'Losing Feeling' μέχρι το 'Sleeper Hold', αυτά τα 80 λεπτά ήταν μία έκρηξη αδρεναλίνης, με το κοινό να ανταποκρίνεται δεόντως. Ένιωθες πως δε βρισκόσουν στο six d.o.g.s της Αβραμιώτου, αλλά στο Smell του Los Angeles. Οι Spunt και Randall ήταν υπεραρκετοί για να δημιουργήσουν αυτό το σκηνικό, και συνεπικουρούμενοι από έναν κύριο στα samples, που βέβαια αξίζει να σημειωθεί πως με το παρουσιαστικό του περισσότερο έμοιαζε με βαρώνο της νύχτας, κατάφεραν και έδωσαν ένα από τα καλύτερα live που έχουν γίνει επί ελληνικού εδάφους τα τεευταία χρόνια. Η σκηνή που ο Spunt βγάζει τη γεμάτη ιδρώτα μπλούζα του κατά τη διάρκεια του 'Everybody's Down' και τη στίβει πάνω στα drums, είναι το χαρακτηριστικότερο ενσταντανέ της βραδιάς. Επικό κλείσιμο, για ένα live που θα αργήσουμε να ξεχάσουμε...

ΥΓ: Άξιο αναφοράς το σκυλί που μπήκε μέσα στο μαγαζί, και παρέμεινε ξαπλωμένο ακριβώς μπροστά από τη σκηνή καθόλη τη διάρκεια της βραδιάς. Πάντως ομολογώ ότι ταίριαζε με το όλο σκηνικό, γιατί σε τελική ανάλυση πως ονομάζεις το μαγαζί σου six d.o.g.s χωρίς τη φυσική παρουσία κάποιου σκύλου; :P


No Age - Teen Creeps (Live in Athens)

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

No Age: διατριβή στο θόρυβο

2005, και στο Los Angeles διαλύεται μια hardcore punk μπάντα ονόματι Wives. Δύο από τα τρία μέλη της, ο Randy Randall και ο Dean Allen Spunt, αποφασίζουν να αποσχιστούν και να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο. Έτσι, σχηματίζουν μόνοι τους μια νέα μπάντα. Και το όνομα αυτής, No Age. Το ίδιο διάστημα, σημαντικό ρόλο στην πειραματική θορυβώδη σκηνή της California διαδραματίζει το Smell, ένα club στο κέντρο του LA που αποτελεί τόπο συγκέντρωσης ατόμων με απελευθερωμένες αντιλήψεις, και με ιδιαίτερες ανησυχίες για πειραματικές μουσικές. Οι No Age ξεκίνησαν από εκεί την πορεία τους. Εκεί έδωσαν το πρώτο τους live, και από εκεί διαδόθηκε το όνομά τους. Ο Randall λοιπόν στις κιθάρες, ο Spunt στα drums και φωνητικά, και κάπως έτσι αρχίζει η θορυβώδης ιστορία των No Age...


Weirdo Rippers (2007)

Το 2007 οι No Age είχαν συγκεντρώσει ήδη αρκετό υλικό, το οποίο κυκλοφόρησαν σε 5 διαφορετικά EP από 5 διαφορετικές εταιρείες την ίδια μέρα! Και αν αυτή η ιδέα τους φαίνεται περίεργη, το ακόμη πιο ιδιαίτερο είναι ότι στο οπισθόφυλλο κάθε EP φιγούραρε και ένα γράμμα του ονόματός τους, ούτως ώστε αν κάποιος τα συγκέντρωνε όλα και τα τοποθετούσε στη σειρά, να σχημάτιζαν το όνομα "No Age". Οι ανησυχίες λοιπόν των Randall και Spunt ήταν εμφανείς από καταβολής των No Age. Τα EPs σημείωσαν επιτυχία πέραν της underground κοινότητας του Los Angeles, και έτσι το υλικό συγκεντρώθηκε για να κυκλοφορήσει ως ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ, υπό τον τίτλο "Weirdo Rippers". Στο εξώφυλλο του άλμπουμ φιγούραρε τι άλλο; Το Smell, από όπου και ξεκίνησαν όλα. Το "Weirdo Rippers" αποτελείται από μια θάλασσα εκκωφαντικού θορύβου, συνθετικής πειραματικότητας και punk εκρηκτικότητας. Παρά το ότι το υλικό είχε προβλεφθεί να κυκλοφορήσει σε διαφορετικά EPs, αυτό είναι κάτι που δε φαίνεται, καθότι το τελικό αποτέλεσμα έχει αρμονική συνοχή. Ο θόρυβος απλώνεται κάθετα στο δίσκο, και δεν αποτελεί απλώς προετοιμασία για τα punk ξεσπάσματα. Ακρόαση με την ακρόαση, όσο μαθαίνεις τα κατατόπια, θα βλέπεις όλο και πιο καθαρά πίσω από την ομίχλη του θορύβου. Και θα συνειδητοποιήσεις ότι πίσω από την εκ πρώτης όψεως ενοχλητική φασαρία, κρύβεται μια μπάντα με μοναδική αίσθηση της μελωδίας. Δε γίνεται κατάχρηση των punk εκρήξεων, οι οποίες τη στιγμή που συμβαίνουν αποκτούν μεγαλύτερο νόημα, και κάνουν ακόμη πιο εμφανή τη φλόγα του συγκροτήματος. Άκου το κλείσιμο του 'Semi-Sorted' και θα αντιληφθείς γιατί αυτή η φλόγα δεν προμηνυόταν να σβήσει σύντομα...


No Age - Boy Void


Nouns (2008)

Το αμερικάνικο indie rock εν έτει 2008 δεν έσφυζε ούτε από υπερπαραγωγικότητα, αλλά ούτε και από πρωτοτυπία. Στους υπερηχητικούς No Age η Sub Pop διείδε ένα φιλί ζωής για το είδος, και έτσι τους ενέταξε στο δυναμικό της με συνοπτικές διαδικασίες. Οι προσδοκίες για το νέο άλμουμ, το πρώτο το οποίο θα συνέθεταν στη λογική ενός ολοκληρωμένου συνόλου, ήταν αυξημένες. Τελικά το άλμουμ κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2008, και ακόμη και τα στελέχη της Sub Pop που αποφάσισαν να υπογράψουν συμβόλαιο με τους No Age δεν πρέπει να περίμεναν κάτι τέτοιο. Το "Nouns είναι ένα lo-fi μανιφέστο των 00's. Ο θόρυβος τιθασεύεται και καθίσταται έρμαιο στις ορέξεις του διδύμου από το Los Angeles, και το punk στοιχείο, δίχως να εκλείπει, συνυπάρχει με μια πιο αρτίστικη διάθεση. Το 'Teen Creeps' καθίσταται ένας ύμνος για την εφηβεία, και το 'Sleeper Hold' έχει τη δίψα για ζωή των πρώιμων Dinosaur Jr. To "Nouns" δεν είναι ένα εύπεπτο άκουσμα. Οι συνθέσεις δεν έχουν προκαθορισμένη δομή, και η κυκλοφορία του άλμουμ από τη Sub Pop δε συνεπάγεται ότι νέρωσαν το κρασί τους. Το skate feeling και ο ήλιος της California έχουν αιχμαλωτιστεί μέσα σε ένα ασφυκτικό lo-fi δίχτυ. Στα 30 όμως λεπτά που διαρκεί, δεν κάνει έστω και την παραμικρή κοιλιά. Χωρίς να προλάβεις να συνειδητοποιήσεις το γιατί, θα γίνει ένας από τους δίσκους που έχεις ακούσει περισσότερο στη ζωή σου. Ίσως τελικά επειδή δε θυμάσαι πότε ο θόρυβος είχε καταστεί ξανά τόσο μελωδικός. Ορίστε το γιατί. Ίσως τα πιο ουσιαστικά 30 λεπτά στη μουσική των 00's...


No Age - Eraser


Losing Feeling EP (2009)

Η αναγνώριση για τους No Age ήταν πλέον γεγονός. Οι περιοδείες με Liars, Deerhunter και Dan Deacon αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Μετά το πέρας αυτών των περιοδειών, αποφασίζουν να διατηρήσουν στην επικαιρότητα το όνομά τους κυκλοφορώντας ένα EP. Δεν πρόκειται όμως για μια κυκλοφορία που σκοπό είχε μονάχα να τους κρατήσει στο προσκήνιο. Εδώ οι No Age βρίσκουν την ευκαιρία να πειραματιστούν, ακόμη και με κάποια ηλεκτρονικά στοιχεία. Το EP διαρκεί μόλις 13 λεπτά, αλλά δε σου αφήνει σε καμία περίπτωση την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Περιέχει 4 συνθέσεις, οι οποίες μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο σύνολο. Το ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει το δίσκο έχει τις βάσεις του στα θορυβώδη ηχοχρώματα του "Nouns", και κορυφώνεται με μία από τις γνωστές εξάρσεις των No Age. Το 'Genie' αποτελείται μόνο από τα φωνητικά του Spunt και την παραμορφωμένη κιθάρα του Randall, με κάποια samples να κάνουν την εμφάνισή τους στο κλείσιμο του κομματιού, για να οδηγηθούμε στο 'Aim At The Airport'. Μια εξ ολοκλήρου ηλεκτρονική σύνθεση, που αποτελείται αποκλειστικά από samples. Το EP κλείνει δυνατά με το 'You're A Target', ένα κομμάτι με εκτροχιασμένες κιθάρες βγαλμένες από το "Weirdo Rippers", κάπου μεταξύ των Dinosaur Jr. και των Pains of Being Pure at Heart. Σταχυολογώντας, άλλη μία κυκλοφορία των No Age με ανεπανάληπτη συνοχή, που άφησε ερωτήματα για το αν διαθέτουν την πολυτέλεια να αφήνουν τέτοιες συνθέσεις έξω από το επερχόμενο άλμπουμ τους...


No Age - Losing Feeling


Everything In Between (2010)

Όταν φτάνεις στην κορυφή, το πιο δύσκολο είναι να διατηρηθείς εκεί. Και οι No Age κατάφεραν μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να αγγίξουν την κορυφή σε αυτό που κάνουν. Το στοίχημα είχε τεθεί. Να κυκλοφορήσουν νέο δίσκο, ο οποίος θα τους καθιέρωνε στο indie μουσικό στερέωμα. Ο διάδοχος λοιπόν του αριστουργηματικού "Nouns" λέγεται "Everything In Between", και ακόμα και οι ίδιοι οι No Age γνώριζαν καλά ότι η σύγκριση με το "Nouns" ήταν αναπόφευκτη. Έτσι, αποφασίζουν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Για πρώτη φορά στην καριέρα τους συνθέτουν τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος, αρκετά κοντά στο συνηθισμένο στυλ songwriting. Παρόλα αυτά, η εξέλιξη αυτή δε μοιάζει ως θυσία στο όνομα της οποιασδήποτε εμπορικότητας, αλλά φαντάζει ως ώριμη εξέλιξη της μουσικής πορείας της μπάντας. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι οι No Age ενστερνίστηκαν την ποπ τραγουδοποιία. Τα 'Dusted' και 'Positive Amputation' για παράδειγμα είναι το σήμα κατατεθέν του μελωδικού θορύβου του συγκροτήματος. Χιτάκι όμως με την έκταση του 'Fever Dreaming' ήταν πρωτόγνωρο για τους No Age. Ο ήχος του "Everything In Between" είναι πιο κοντά στο shoegaze από το punk, και φανερώνει την ταχύτητα με την οποία μέσα σε πολύ λίγα χρόνια ωρίμασαν οι Randall και Spunt. Ακομπλεξάριστος δίσκος. Μετά την επιτυχία που σημείωσε σε κοινό και κριτικούς, καθιέρωσε τους No Age ως ένα από τα κορυφαία ονόματα στο χώρο του indie rock του σήμερα.


No Age - Fever Dreaming


Το θέμα με τις συναυλίες στην Ελλάδα είναι ότι αν και τα τελευταία χρόνια οι συνθήκες δεν είναι τόσο τραγικές όσο στο παρελθόν, και έχουν έρθει συγκροτήματα και καλλιτένες που κάποτε δύσκολα θα διανοούμαστε ότι θα τα βλέπαμε ποτέ, υπάρχει ένα ζήτημα με τις σύγχρονες μουσικές τάσεις. Δε βλέπουμε τόσο συχνά όσο θα έπρεπε συγκροτήματα που συμβαίνουν τώρα. Που βρίσκονται στο απόγειο της δόξας τους, ή που είναι έτοιμα να εκτοξευθούν. Οι No Age είναι ένα καυτό όνομα που βρίσκεται στο pick της καριέρας του. Τα live τους φημίζονται για την ενέργειά τους, και συνεπώς οι συναυλίες που θα δώσουν σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα είναι από αυτές που απλούστατα δε χάνονται. Στο live της Αθήνας, στο six d.o.g.s, support θα είναι δύο από τα κορυφαία ελληνικά συγκροτήματα της νέας γενιάς, οι Monovine και οι Zebra Tracks. Η βραδιά προβλέπεται μεγάλη, και δε νοείται να λείπει κανείς από το ραντεβού με την ιστορία...

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Καλύπτοντας το κενό των White Stripes

The Kills - Blood Pressures

8/10

Ανέκαθεν η γυναικεία παρουσία στο rock ήταν κάτι που εξίταρε. Σε ένα χώρο που ξεκίνησε ως ανδροκρατούμενος, η θέαση ενός θηλυκού που μπορεί να μεταδίδει τόση ενέργεια όση και οι άντρες συνάδελφοί της, αλλά χωρίς να χάνει σε θηλυκότητά, δημιούργησε δεκάδες sex symbols, με εκατομμύρια θαυμαστές να έχουν αφίσες τους πάνω από το κρεβάτι τους σαν εικονίσματα. Η Alison Mosshart είναι πλέον ένα από αυτά sex symbols. Δεν τη λες όμορφη. Μάλλον πρόκειται για μιας συνηθισμένη γυναίκα , από αυτές που βλέπεις καθημερινά στους δρόμους. Ο τρόπος όμως που τραγουδάει, το απαράμιλλο sex appeal που αποπνέει επί σκηνής και η αυθεντική προσωπικότητά της, την έκαναν να ξεχωρίσει. Σε μια εποχή που το indie "επιβάλλει" φορέματα και ανέμελες, αέρινες γυναικείες υπάρξεις, η Mosshart επιμένει να ροκάρει, και κυκλοφορεί μαζί με το συνοδοιπόρο Jamie Hince το τέταρτο άλμπουμ των Kills, υπό τον τίτλο "Blood Pressures"...

Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από το επιτυχημένο poppy πείραμα του "Midnight Boom", η Alison Mosshart συνεργάστηκε με τον Jack White στο πλαίσιο της δεύτερης κυκλοφορίας των Dead Weather. Σίγουρα αυτό το νταραβέρι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απόφαση του διδύμου των Mosshart και Hince να επιστρέψει στις ρίζες του. Και αυτό μπορεί να σημαίνει ένα μόνο πράγμα. Bluesy ήχος στις κιθάρες, post punk ατμόσφαιρα και το distortion pedal του Hince να παίρνει φωτιά. Η Alison βρίσκεται στην πιο ώριμη περίοδο της καριέρας της, και δε σου δίνει την εντύπωση ούτε μία στιγμή ότι δεν ξέρει τι κάνει ή τι θέλει. Κάθε στίχος που ερμηνεύει έχει κάποιο νόημα. Για παράδειγμα, το 'The Last Goodbye' είναι μια μπαλάντα παλαιάς κοπής, που σκοπό έχει να αναδείξει ακριβώς αυτό, την περσόνα της Alison Mosshart. Δεν πρέπει να περάσει παρόλα αυτά απαρατήρητη η παρουσία του Hince. Σε κάθε δίσκο των Kills καταφέρνει και γεμίζει την παραγωγή μόνο με τα απολύτως απαραίτητα. Ο ήχος που βγάζει από την κιθάρα του είναι υπεραρκετός για να τονίσει τις συνθέσεις, και πλέον το παίξιμό του έχει καταστεί αναγνωρίσιμο. Οι Kills ξεκίνησαν ως δίδυμο, έτσι εμφανίζονται και στη σκηνή, και έτσι συνεχίζουν. Εντούτοις, δε σου έδωσαν ποτέ το δικαίωμα να ισχυριστείς ότι κάτι λείπει, ότι δε γεμίζουν τη σκηνή, ότι το μοντέλο αυτό είναι πεπαλαιωμένο και δυσλειτουργικό. Έτσι και στο "Blood Pressures". Είναι αδύνατο να μείνεις ασυγκίνητος από το συνδυασμό της παραμόρφωσης του ήχου της κιθάρας του Hince και των ερμηνειών της Mosshart σε κομμάτια όπως τα 'Heart Is a Beating Drum', 'Nail in My Coffin' και 'DNA'. Το 'Satellite' έχει μια 60's αισθητική, ενώ το 'Pots And Pans' το οποίο κλείνει ιδανικά το άλμπουμ, είναι από τις πιο bluesy στιγμές της καριέρας τους με την ερμηνεία της Alison στο κλείσιμο να είναι ερωτεύσιμη υπεράνω των επιτρεπτών ορίων...

Το "Blood Pressures" είναι άλλος ένας κρίκος στην αλυσίδα εξαιρετικών δίσκων των Kills, οι οποίοι χωρίς να επαναλαμβάνονται, έχουν καθιερώσει ένα συγκεκριμένο ήχο. Και δεν ξέρω πόση σημασία έχει, αλλά είναι από τα άλμπουμ που έχω ακούσει περισσότερο μέσα στη χρονιά. Και εμμένοντας σε δίσκους που έχουν ισχυρή ψυχαγωγική αξία, αυτό μου είναι αρκετό για την ποιότητα του "Blood Pressures". Δε θα αποτελέσει ορόσημο για το 2011, ούτε θα σου αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τη μουσική. Αυτό όμως που καθίσταται σαφές, είναι ότι πλέον οι Kills καλύπτουν επάξια το κενό που δημιουργήθηκε από τη διάλυση των White Stripes...



The Kills - Pots and Pans (Live)

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Καλοκαίρι, φορέματα και... whiskey

Those Darlins - Screws Get Loose

7,5/10

Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί που αγαπάς τόσο πολύ αυτό που κάνουν, ώστε θα τσεκάρεις οποιονδήποτε δίσκο σου προτείνουν. Η Bethany Cosentino των Best Coast είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής τραγούδι που να έχει κυκλοφορήσει και να μη με έχει κάνει να εξετάσω σοβαρά το ενδεχόμενο να μετακομίσω μόνιμα στην California, συν του ότι έχω λατρέψει το αυθεντικό surf/retro στυλ που προωθεί. Συνεπώς, όταν δήλωσε ότι το καλύτερο άλμπουμ που έχει ακούσει μέχρι στιγμής στη χρονιά είναι το "Screws Get Loose" των Those Darlins, δε μπορούσα παρά να ψάξω περί τίνος πρόκειται...

Οι Those Darlins είναι τρία κορίτσια από το Murfreesboro του Tennessee, που συνεπικουρούμενα από τον Linwood Regensburg στα drums κυκλοφορούν φέτος το δεύτερο άλμουμ τους. Ακούγοντας το country/punk κράμα με στίχους για whiskey στο ομότιτλο ντεμπούτο τους, συνειδητοποιείς ότι στο "Screws Get Loose" τα δεδομένα έχουν αλλάξει αρκετά. Το country στοιχείο υπάρχει ακόμη, και δε θα μπορούσε να λείπει άλλωστε αν αναλογιστείς τον τόπο καταγωγής τους, αλλά εδώ το punk δίνει τη θέση του σε θορυβώδη pop, με προφανείς αναφορές από τα girl groups των 60's. Η garage αισθητική δένει πολύ πιο όμορφα από ότι φαντάζεσαι με την country, και σε αντίθεση με πολλές μπάντες της αναβίωσης της pop των 60's, οι Those Darlins δε γράφουν στίχους για έρωτες, και δεν ηχούν μελιστάλαχτες. Το punk παρελθόν τους δεν τις αφήνει να προβούν σε κάτι τέτοιο. Το προφίλ που προβάλλουν πλησιάζει περισσότερο αυτό της ανεξάρτητης-μοιραίας γυναίκας, στα πρότυπα συγκροτημάτων όπως οι Shangri-Las. Όλες οι επιρροές των Those Darlins συγκλίνουν ομαλά, και αν και δεν κάνουν κάτι το καινοτόμο, καταφέρνουν και υποσκελίζουν κάμποσα γυναικεία συγκροτήματα που προβάλλονται σήμερα εκεί έξω...

Η επιτυχία που σημειώνει η Bethany Cosentino οφείλεται στο πόσο απλή είναι. Αυτό το είδος δεν επιδέχεται μουσικούς πειραματισμούς και επιδεικτικές τάσεις. Η απλότητα επιβραβεύεται και η ειλικρίνεια ξεχωρίζει. Οι Those Darlins δεν έχουν τίποτα το επιτηδευμένο. Μπορεί να έχεις την αίσθηση ότι κάπου έχεις ξανακούσει αυτόν το δίσκο, και σίγουρα δεν πρόκειται να σου αλλάξει τη ζωή. Παρόλα αυτά, μπορεί να σου την κάνει λίγο καλύτερη...


Those Darlins - Be Your Bro

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Αλεπούδες στη Μεσόγειο

Fleet Foxes - Helplessness Blues

7/10

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στη μουσική ιστορία που μια μπάντα αποκτά θεόρατο hype, έχοντας κυκλοφορήσει μονάχα ένα δίσκο. Μια τέτοια περίπτωση συγκροτήματος είναι και οι Fleet Foxes. Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με μία από τις περιπτώσεις που αυτό το hype είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Το ομότιτλο προ τριετίας ντεμπούτο τους είναι από τα άλμπουμ που ακόμη και αν η μπάντα που τα κυκλοφόρησε στη συνέχεια διαλυθεί και δε βγάλει τίποτε άλλο, θα μνημονεύεται για χρόνια στο είδος του. Είναι ένας δίσκος που τον ακούς και γεμίζεις χρώμα και φως, και χαίρεσαι για την ύπαρξή της μουσικής, αλλά και για την ίδια την ύπαρξή σου που έχει τη δυνατότητα να μετάσχει σε αυτό το τελετουργικό. Τόσο απλά... Αδιαμφισβήτητα από τα κορυφαία ντεμπούτα των 00's. Τρία χρόνια μετά, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για το δεύτερο άλμουμ τους, με τίτλο "Helplessness Blues". Σίγουρα θέλουν να αποδείξουν ότι δεν είναι μια φωτοβολίδα, ένα συγκρότημα του ενός δίσκου, αλλά ότι έχουν έρθει για να μείνουν στο χώρο του ευρύτερου folk.

Δύσκολο το εγχείρημα για το σεξτέτο από το Seattle, καθότι το "Helplessness Blues" είναι καταδικασμένο να συγκριθεί με το αριστουργηματικό ντεμπούτο του. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι δε συνεχίζουν στα ίδια μονοπάτια, με το πρώτο ομότιτλο single του δίσκου να φέρνει στο μυαλό το αιθέριο folk των Mumford & Sons. Και πράγματι, δεν πρόκειται για ένα "Fleet Foxes Pt.2". Έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο στίχο, και στις φωνητικές γραμμές γενικότερα, με τον ήχο της κιθάρας να έχει γίνει πιο ακουστικός και ανέμελος, προσιδιάζοντας ψυχεδελικά ποπ πρότυπα από τα 60's. Η κατεύθυνση του δίσκου είναι λιγότερο baroque από το ντεμπούτο τους, με αρκετά παραδοσιακά μουσικά όργανα να κάνουν την εμφάνισή τους, δίνοντας έναν πιο μεσογειακό-καλοκαιρινό αέρα στη μουσική τους. Τα 'The Plains/Bitter Dancer' και 'The Shrine/An Argument' είναι μεγαλειώδεις συνθέσεις, βγαλμένες από αλλοτινές εποχές, και ακούγοντάς τα θα περάσουν μπροστά από τα μάτια σου εκατοντάδες απλές πανέμορφες εικόνες από μια υποτιθέμενη καλοκαιρινή περιπέτεια στη Μεσόγειο. Το 'The Cascades' θα ήθελες να διαρκεί για πάντα, ενώ το 'Grown Ocean' είναι το ιδανικό soundtrack για μια καλοκαιρινή μέρα που θα πάρεις το ποδήλατό σου με την επιθυμία να εξερευνήσεις νέες διαδρομές. Γιατί όσο γραφικό και αν ακούγεται αυτό, παραμένει όμορφο.

Το "Helplessness Blues" αποπνέει μια εύθυμη μελαγχολία. Μπορεί στο σύνολό του να ακούγεται κάπως μπερδεμένο και σε σημεία να κουράζει, αλλά έχει το στίγμα μιας μεγάλης μπάντας. Περιέχει κάποιες ιδέες μέσα σε κομμάτια που άνετα υποσκελίζουν ο,τιδήποτε άλλο έχει κυκλοφορήσει φέτος μέχρι στιγμής στο είδος. Αλλά οι Fleet Foxes θα κριθούν βάσει του εαυτού τους. Και στο σύνολο του το "Helplessness Blues" κάπου χωλαίνει. Και δε θέλω να εξαναγκάσω τον εαυτό μου να το αγαπήσει. Αυτά συμβαίνουν μόνα τους. Ποιος ξέρει; Ίσως όταν έχω γυρίσει από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, περνώντας ώρες μαζί του παρακολουθώντας τον παφλασμό των κυμάτων σε ερημικές παραλίες, να ανατρέξω σε αυτήν την ανάρτηση για να του ανεβάσω το βαθμό...


Fleet Foxes - Grown Ocean

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Nevermind: 20 χρόνια μετά

Monovine - Cliche

8/10

Έχουν πια περάσει 20 χρόνια από το "Nevermind". Οι Nirvana βρίσκονται στη διάσταση του μύθου, και ο Dave Grohl δοκιμάζει με τους Foo Fighters το πόσο εμπορικό μπορεί να καταστεί το rock, χωρίς παράλληλα να χάνει την ταυτότητά του. Οι Pearl Jam συνεχίζουν, πραγματοποιόντας μια απλώς αξιοπρεπή πορεία, έχοντας απωλέσει την αίγλη και τη μαγεία που είχε η μουσική τους στα 90's, ενώ οι Soundgarden επανενώθηκαν πρόσφατα χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει τα σχέδιά τους. Οι Alice in Chains από την άλλη, κυκλοφόρησαν το 2009 νέο άλμπουμ μετά από 14 χρόνια, με έναν τραγουδιστή που σέβεται τον εκλιπόντα Layne Staley. Η σκηνή του Seattle λοιπόν πραγματοποιεί μια μικρή αναβίωση του ένδοξου παρελθόντος των early 90's, άσχετα αν το μομέντουμ έχει οριστικά χαθεί.

Οι Monovine από την Πάτρα τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία στο grunge. Και αυτό είναι κάτι το ολοφάνερο στο ντεμπούτο τους. Μετέρχονται όλα τα κλισέ της σκηνής του Seattle, για να δημιουργήσουν έναν ακομπλεξάριστο δίσκο, που δε διαθέτει ίχνος μουσικής παρελθοντολαγνίας. Αυτό που μου άρεσε είναι ότι το "Cliche" δεν είναι επηρεασμένο από την πιο hard rock πλευρά του grunge, με συγκροτήματα όπως οι Soundgarden και Alice In Chains, αλλά δείχνουν να προτιμούν αυτήν που ξεπήδησε από το punk, με εκπροσώπους τους Nirvana και τους Mudhoney. Στα μέσα προς τέλη των 90's, το grunge παρήκμασε και μετουσιώθηκε σε αυτό που χάριν ευκολίας ονομάστηκε ως post-grunge. Πρόσμιξη με εμπορευματοποιημένες μουσικές φόρμες, που είχε ως αποτέλεσμα δίσκους γεμάτους fillers και ένα-δύο δυνατά χιτάκια μιας χρήσης. Μέχρι να εμφανιστεί στο προσκήνιο η επόμενη μόδα. Οι Monovine δε δείχνουν να ενδιαφέρονται για κάτι τέτοιο. Οι κιθάρες τους είναι ψυχωμένες και αδάμαστες, οι μπασογραμμές σε σημεία οδηγούνται σε post punk μονοπάτια, και στο μικρόφωνο βρίσκεται ένας τραγουδιστής που έχει σπουδάσει όσο λίγοι τις ερμηνείες του Cobain, χωρίς όμως τάσεις μιμητισμού. Οι 11 συνθέσεις του "Cliche" είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο, και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσεις συγκεκριμένα κομμάτια. Σε κάθε ακρόαση θα αλλάζει το αγαπημένο σου τραγούδι. Εν τέλει, δε φανταζόμουν με τίποτα ότι εν έτει 2011 θα άκουγα grunge δίσκο δίχως ούτε ένα filler, και ακόμη περισσότερο ότι αυτός θα προερχόταν από την Ελλάδα...

Ίσως λόγω της κρίσης, και σε συνδυασμό με διάφορους άλλους παράγοντες, τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να υποχωρεί η ξενομανία που διαθέταμε ως χώρα. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να γίνει έντονα διακριτή στο χώρο της μουσικής. Όλο και περισσότεροι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες αποκτούν αναγνώριση, και υπάρχει ένα σταθερό κοινό που δείχνει να ενδιαφέρεται για αυτόν τον αναβρασμό. Βέβαια, δίχως τη συνδρομή και το ταλέντο των μουσικών, τίποτα από όλα αυτά δε θα είχε συμβεί... Θα είμαι ειλικρινής. Δεν περίμενα να λατρέψω τόσο ένα grunge άλμπουμ στη φάση που βρίσκομαι. Αλλά με το ντεμπούτο των Monovine, τελικά δεν είχα και άλλη επιλογή... 20 χρόνια μετά το "Nevermind", το grunge ζει...

Monovine - Don't Make Noise by Inner Ear Records

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

London calling

Η Μεγάλη Βρετανία είναι το πιο σημαντικό μέρος του κόσμου για τη μουσική που αγαπάμε. Από εκεί ξεκίνησαν οι μεγαλύτερες μουσικές επαναστάσεις, και πάντα κατέληγαν εκεί, για να μεταλλαχθούν σε κάτι καινούριο και να ξεκινήσει μια νέα επανάσταση, την οποία θα ακολουθούσε όλος ο κόσμος. Τα τελευταία χρόνια όμως κάτι δε φαίνεται να λειτουργεί σωστά στο νησί. Από εκεί που παρήγαγε μόδες, άρχισε να εισάγει. Τα μουσικά μέσα της χώρας αναλώθηκαν στην αγωνιώδη αναζήτηση του νέου ο,τιδήποτε. Από τους Smiths και τους Stone Roses, τους Radiohead και τους Blur, οδηγηθήκαμε στους Editors και τους White Lies. Οι κιθάρες μαλάκωσαν, στρογγύλεψαν τον ήχο τους, και μπορούν πλέον να ακουστούν άνετα στο mainstream ακροατήριο, πριν από τη Rihanna και μετά από τον Justin Bieber. Σταδιακά, σχεδόν λησμονήθηκε η λειτουργία της κιθάρας. Και αυτή η λήθη διήρκησε αρκετό καιρό. Μέχρι φέτος για την ακρίβεια. Το Λονδίνο ήταν ένα από τα προπύργια των μουσικών επαναστάσεων στη Βρετανία. Έτσι και τώρα, αποτελεί την κοιτίδα του νεόκοπου και φρέσκου κιθαριστικού ήχου που εξάγει φέτος η Αγγλία. Δύο ντεμπούτα που έχουν τόσες διαφορές μεταξύ τους, όσα και τα κοινά σημεία τους.


The Vaccines - What Did You Expect From The Vaccines?

8/10

Οι Vaccines συγκέντρωσαν αδικαιολόγητο hype για μια μπάντα που μόλις τώρα κυκλοφορεί το ντεμπούτο της. Και αυτό το hype με έκανε να είμαι αρνητικά προκατειλημμένος μαζί τους. Δεν είναι άλλωστε και λίγες οι περιπτώσεις που Αγγλικές μπάντες έχουν υπερεκτιμηθεί υπέρ του δέοντος τα τελευταία χρόνια. Οι Vaccines όμως αποτελούν εξαίρεση. Και εξηγούμαι. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τον ήχο τους ως ένα μείγμα από "50's rock 'n' roll, 60's garage and girl groups, 70's punk, 80's American hardcore, C86 and good pop music". Και με κάποιον αξιοπερίεργο τρόπο, καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα ομοιογενές μουσικό κράμα από ολόκληρο αυτό το ευρύ φάσμα επιρροών. Ακούγοντάς τους θα σου έρθουν στο μυαλό πολλές μπάντες, οι Ramones, οι πρώιμοι Cure, οι Strokes, αλλά στο τέλος θα συνειδητοποιήσεις ότι απλά πρόκειται για τους Vaccines. Τα 33 λεπτά του δίσκου δεν κουράζουν σε κανένα σημείο, και τα 11 τραγούδια που περιέχει έχουν τη δυνατότητα να γίνουν ύμνοι και sing-along στα live τους, με μικρές διάρκειες, μεγάλα ρεφραίν και στίχους που σου μένουν. Το παίξιμό τους είναι αυθεντικό, και αυτός είναι και ο λόγος που έχουν ήδη ξεχωρίσει. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το "What Did You Expect From The Vaccines" είναι άκρως εθιστικό και έχει μεγάλη ψυχαγωγική αξία. Σε αντίθεση με άλλα αριστουργήματα, που χρησιμεύουν περισσότερο στο να παρακολουθείς τη ροή τους πίσω από το τζάμι και να λες πόσο εξαιρετικά και πρωτοποριακά είναι, ακούγοντάς τα όμως ελάχιστες φορές. Το ζητούμενο από τη μουσική είναι να σε ψυχαγωγεί, και ενίοτε να σε διασκεδάζει. Και αυτό οι Vaccines το κάνουν και πολύ καλά μάλιστα. Δε μπορώ να ζητήσω κάτι άλλο από αυτούς...


The Vaccines - Wreckin' Bar (Ra Ra Ra)


Yuck - Yuck

8,5/10


Διαφωνώ κάθετα με την αντιστοίχιση της μουσικής με δραστηριότητες της καθημερινής ζωής. Μουσική για τα καλοκαιρινά βράδια, μουσική για το γυμναστήριο, μουσική για σφουγγάρισμα, και ούτω καθεξής. Παρόλα αυτά, δε μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι κάποιοι δίσκοι ακούγονται καλύτερα κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, αν ακούσεις το "You're Living All Over Me" των Dinosaur Jr κλειδαμπαρωμένος στους τέσσερις τοίχους, τότε είναι λίγο δύσκολο να αντιληφθείς το μεγαλείο του. Είναι ένας δίσκος που ακούγεται πολύ καλύτερα σε μια βόλτα στον ήλιο όταν έχει ανοίξει ο καιρός, κάνοντας όνειρα για το μέλλον. Και κάπου εδώ, έρχεται το ντεμπούτο των Yuck. Όπως οι Vaccines, και αυτοί είναι από το Λονδίνο, και ομολογώ ότι σχεδόν συγκλονίστηκα όταν έμαθα την καταγωγή τους, καθότι η βασική επιρροή του ντεμπούτου άλμπουμ τους είναι το κιθαριστικό indie rock των Dinosaur Jr. Ακόμη και το παρουσιαστικό τους είναι αμερικανικών προδιαγραφών. Σε σημείο που σε κάνει να αναρωτιέσαι ποια ερεθίσματα και ποια βιώματα μπορεί να είχαν οι Yuck για να ηχογραφήσουν ένα άλμπουμ που μοιάζει να ξέφυγε από την απόχη του US indie rock. Το χιτάκι 'The Wall' σε κολλάει στον τοίχο από τα πρώτα δευτερόλεπτα, και άνετα θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιο από τα πρώτα αριστουργήματα των Dinosaur Jr. Πέραν όμως από την εξόφθαλμη επιρροή των indie rock θρύλων από τη Μασαχουσέτη, το ντεμπούτο των Yuck έχει και αναφορές στην indie pop αλά Pains of Being Pure At Heart, ενώ κλείνει με το 'Rubber', ένα 7λεπτο shoegaze ολοκαύτωμα. Παρόλες τις επιρροές τους, δεν ηχούν ως αντιγραφείς, αλλά διαθέτουν φρεσκάδα και έμπνευση. Αν αυτός ήταν ο νέος δίσκος των Dinosaur Jr, θα αποθεωνόταν και θα μιλάγαμε για τον κορυφαίο κιθαριστικό δίσκο των τελευταίων ετών. Τίθεται βέβαια το εύλογο ερώτημα τι σχέση έχουν οι Yuck με την αναβίωση του κιθαριστικού indie στη Βρετανία. Το ότι ο καλύτερος φετινός δίσκος αμερικάνικου indie rock κυκλοφόρησε από το Λονδίνο, μου είναι επαρκής απάντηση...


Yuck - Georgia


Στο ποδόσφαιρο λένε ότι οι μεγάλες ομάδες κάνουν τον κύκλο τους, και αν διάγουν μια παρατεταμένη περίοδο παρακμής, θεωρείται μαθηματικά βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα πρωταγωνιστήσουν ξανά. Το ίδιο συμβαίνει και στο χώρο της μουσικής. Δε νοείται μια τόσο παραδοσιακή χώρα όπως η Αγγλία να παρακολουθεί με τα κυάλια τα τεκταινόμενα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τα ντεμπούτα των Vaccines και των Yuck απευθύνουν κάλεσμα στο υπόλοιπο νησί για να πιάσει τις κιθάρες σαν άλλοτε. Σίγουρα δεν πρόκειται να βγουν τα νέα μεγαθήρια της rock. Η rock με τη λογική της αρένας έχει πεθάνει προ πολλού. Μένει μόνο να δούμε την εξέλιξη αυτής της ενδιαφέρουσας προοπτικής, και αν θα καταφέρει να ξεπεράσει το μεγαλύτερο σκόπελο που συναντούν οι νέες μπάντες στη Βρετανία από το 2000 και έπειτα: τα μουσικά ΜΜΕ...

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Blogoscars: Best Soundtrack Results

Η παρουσίαση των καλύτερων soundtracks από το απόλυτο αστικό soundtrack; Πόσο πιο κλισέ; Και πόσο ενδιαφέρον έχει αυτή η κατηγορία για όσους συμετείχαν στα blogoscars, αλλά και για όσους τα παρακολουθούν; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα καλούμαστε να απαντήσουμε, με τη συνδρομή των σιδηρών κυριών των blogoscars, της @irinivn και της @nakedtile, και του πιο "προχώ" διδύμου όλης αυτής της διαδικασίας εδώ και περίπου ένα μήνα, αποτελούμενο από τους @DimitrisDX και @Tagres.

10. Easy A

Έλα, πες την αλήθεια, περίμενες ποτέ ότι θα περάσεις ένα Σαββατοκύριακο μόνος σου με το "χειρότερο τραγούδι στον κόσμο"; Γιατί αν πεις ότι δεν το έκανες αφού παρακολούθησες το Easy A, θα είναι ψέμα...

9. Never Let Me Go

Για τους ρομαντικούς της κασέτας και όχι μόνο. Αν είσαι τόσο απάνθρωπος και δε βουρκώσεις από τους μονολόγους της Muligan, έρχεται το βιολί της Rachel Portman και σε αποτελειώνει.

8. Blue Valentine

Ryan Gosling, στην καλύτερη ερμηνεία του 'You Always Hurt the One You Love', στο τραγούδι της σεζόν. Τι άλλο θες; Α ναι, είναι και κάποιοι Grizzly Bear στο soundtrack μωρέ...

7. The Ghost Writer

Ένα θρίλερ δε μπορεί να καθηλώσει χωρίς το ιδανικό soundtrack. Ακόμα και αν αυτό είναι γυρισμένο από τον Polanski. Μαγεία και μυστήριο από τον Alexandre Desplat, που αν και τον προτιμώ στα πιο μελό, βρίσκεται στην ελίτ των συνθετών μουσικής για κινηματογράφο.

6. Les Amours Imaginaires

Ένα soundtrack με κομμάτια από Knife και Fever Ray απλούστατα δε γινόταν να μη βρίσκεται εδώ. Αλλά πέρα από αυτά, bang bang io sparo a te / bang bang tu spari a me / bang bang e vincerà / bang bang chi al cuore colpirà... Και καλό τριπάρισμα...

5. Black Swan

Η Λίμνη των Κύκνων ίσως και να είναι το πιο αναγνωρίσιμο και αγαπητό έργο κλασικής μουσικής στην Ελλάδα. Συνεπώς, η επεξεργασία του Clint Mansell στη μουσική του Tchaikovsky βρήκε απήχηση και στο κοινό των Blogoscars. Επιτρέψτε μου όμως να σταθώ στη συμμετοχή των Chemical Brothers στην ταινία, ακόμη και αν δεν υπήρχε στο επίσημο soundtrack. Για τη σκηνή στο club που τόσο λατρέψαμε, και για ό,τι ακολούθησε αυτή τη σκηνή...

4. Scott Pilgrim Vs. The World

Ωραία τα Γαλλικά του Les Amours Imaginaires, ωραίο το πιάνο του Black Swan, αλλά στο τέλος πάντα θα καταλήγεις στον ηλεκτρισμό. Γιατί η Ραμόνα γίνεται δια χειρός Beck ο ύμνος για το ιδανικό θηλυκό που όλοι αναζητούμε. Γιατί άραγε δεν είναι στο νούμερο 1;

3. The Social Network

Από όλα τα soundtracks της δεκάδας, το μοναδικό που στέκεται με τόση ευκολία αποκομμένο από την ταινία που επενδύει, είναι το soundtrack των Trent Reznor και Atticus Ross για το Social Network. Ένας εξαιρετικός ηλεκτρονικός δίσκος, που αποτυπώνει το κλίμα της εποχής τόσο τέλεια, όσο και η συνεργασία των Fincher και Sorkin.

2. Inception

Ο Hans Zimmer βρίσκεται μέσα στο μυαλό του Nolan, και παραδίδει το πιο μεστό, το πιο άρτιο έργο του. Άκου το 'Dream is Collapsing' και νιώσε τα πάντα γύρω σου να καταρρέουν. Πως μπορούσε να είναι έστω και μέτριο κάτι στο οποίο συμμετέχει ο Johnny Marr διάολε!



1. TRON: Legacy


Το TRON: Legacy δε θέτει τις βάσεις του στη μουσική των Daft Punk. Οι Daft Punk θέτουν ως εφαλτήριο της μουσικής τους το TRON. Είναι μια ταινία μόνοι τους... Και κάπου εδώ σταματάω. Πολύ απλά, το καλύτερο βίντεο που μπορείς να παρακολουθήσεις σήμερα...

Η συνέχεια επί του γκουλτουρομπλόγκ.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Σερφάροντας στο σκοτάδι


The Raveonettes - Raven in the Grave

7,5/10

Έχεις νιώσει κάποιες μέρες ότι το μόνο πράγμα που επιθυμείς είναι να ζήσεις την περιπέτεια και το μελαγχολικό indie όνειρο στα ρομαντικά τοπία της Βόρειας Ευρώπης; Εγώ πάντως όχι. Και αυτός ήταν και ο λόγος που ποτέ μου δεν αγάπησα τους Raveonettes. Οι Δανοί πάντα είχαν όμορφες μελωδίες στους δίσκους τους, αλλά αντί να με κάνουν να ονειροπολώ, μάλλον μου προκαλούσαν χασμουρητά... Πιστοί λοιπόν στο ανά διετία ραντεβού τους, κυκλοφορούν τον πέμπτο τους δίσκο με τίτλο "Raven in the Grave".

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπολόγιζα να τον ακούσω. Οι νέες κυκλοφορίες είναι πολλές αυτόν τον καιρό, και ακόμη και τα 35 λεπτά που διαρκεί το άλμπουμ είναι υπερπολύτιμα. Άκουγοντας όμως αρκετά καλά λόγια για το δίσκο εδώ και εκεί, και ως γνήσιο ψυχαναγκαστικό άτομο που έχει αποφασίσει να ακούσει τα πάντα, αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία. Και μου άρεσε... Καταρχάς, πρόκειται για ό,τι πιο σκοτεινό έχουν κυκλοφορήσει. Και αυτή η σκοτεινή ατμόσφαιρα συνυπάρχει με μια πιο καλοκαιρινή/surf rock προσέγγιση, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον κοντράστ. Σου μεταφέρει την περίεργη αίσθηση να κάνεις surf στο σκοτάδι. Ο ήχος της κιθάρας είναι θορυβώδης, και βουτηγμένος μέσα στην αναβίωση του shoegaze που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Ίσως δηλαδή και να μη μπορώ να είμαι τόσο αντικειμενικός. Με το που ακούω αυτόν τον ήχο, η ποιότητα της σύνθεσης έρχεται σε δεύτερη μοίρα... Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι το "Raven in the Grave" δεν έχει πολύ καλές συνθέσεις. Το 'My Times Up' είναι το κομμάτι που θα έγραφαν οι Tennis, αν αντί για τις Ανατολικές ακτές των ΗΠΑ έκαναν την κρουαζιέρα τους στα νερά της Βαλτικής, ενώ το 'Let Me On Out' έχει τις ρίζες του στις κορυφαίες στιγμές του dream pop. Όσο για το 'Evil Seeds', είναι με διαφορά το καλύτερο κομμάτι της δισκογραφίας τους.

Οι Raveonettes δείχνουν πιο ώριμοι από ποτέ, και η μικρή διάρκεια του δίσκου βοηθάει στο να πατάς το repeat ξανά και ξανά και ξανά. Αυτή είναι τελικά και η άνοιξη που θέλω. Με μια προσμονή για το καλοκαίρι που έρχεται, όχι επειδή θαρρείς ότι αυτό το καλοκαίρι θα είναι το καλύτερο της ζωής σου, αλλά γιατί σε γεμίζει αυτή ακριβώς η προσμονή. Ξεχνα για μια φορά ότι είσαι νέος και παίξε με τη φωτιά. Γιατί η εισαγωγή του 'Evil Seeds' θα με στοιχειώνει κάθε φορά. Ίσως τελικά και να θέλω να χαθώ κάπου στο Βορρά βιώνοντας το μελαγχολικό indie όνειρο...

The Raveonettes - Evil Seeds by gulsah turgut

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Ο ήχος του 2011

EMA - Past Life Martyred Saints

10/10


"Songs are like spells or little exorcisms. If you perform the spell, the demon might go away. I didn't used to believe it, but now I think it's true. And it only works if you are completely honest. Otherwise, it's bad luck!"

- Erika M. Anderson

Τα τελευταία χρόνια έχουμε ακούσει πολλούς καλούς δίσκους. Και αυτό όχι τόσο επειδή υπάρχει υπερπαραγωγή συναρπαστικής μουσικής, αλλά ως επί το πλείστον λόγω της πρόσβασης που πλέον έχουμε στη μουσική. Η αλήθεια είναι ότι μπαίνοντας στο τριπάκι να ακούσεις όποιο νέο άλμπουμ κυκλοφορεί εκεί έξω, καταλήγεις με περισσότερη μουσική από όση μπορείς πραγματικά να χωνέψεις. Από την άλλη όμως, καταφέρνεις να ανακαλύψεις δίσκους που θα σε συντροφεύουν για μια ζωή, και που διαφορετικά ίσως και να μη γνώριζες ούτε την ύπαρξή τους. Γιατί οι μουσικές επαναστάσεις, τα νέα μουσικά κινήματα που εξέφραζαν την εποχή τους, ξεκινούσαν πάντα από τα κάτω, από το underground. Και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα, όσο και αν επικρατεί μια σύγχυση του τι εστί underground.

Η Erika M. Anderson (ή πιο απλά EMA) ίσως είναι γνωστή σε κάποιους από τη συμμετοχή της στους Gowns, της μπάντας που διατηρούσε μαζί με το φίλο της, Ezra Buchla. Το 2007 κυκλοφόρησαν το "Red State", μια από τις πιο περίεργες κυκλοφορίες των 00's, που όμως φανέρωνε το σαρωτικό ταλέντο της EMA. Το να διατηρείς όμως μια μπάντα με τη σχέση σου, και ειδικά από τη στιγμή που δεν παίζεις μελιστάλακτη καλοκαιρινή indie pop, μπορεί να αποβεί και δίκοπο μαχαίρι. Και τελικά οι Gowns διαλύθηκαν, χωρίς να καταφέρουν να κυκλοφορήσουν κάτι άλλο. Η EMA είχε μεταβεί στην California όταν τελείωσε το λύκειο, πολύ απλά επειδή της άρεσε το 'Welcome To The Jungle', και επειδή πίστευε ότι ο κόσμος εκεί μπορούσε να γράψει τραγούδια που μένουν στην ιστορία. Το αμερικάνικο όνειρο όμως στην πράξη δεν είναι πάντα τόσο ρόδινο. Μετά από τη διάλυση των Gowns ήρθαν οι πρώτες δυσκολίες, και μαζί τους και η επιθυμία για επιστροφή στο σπίτι των γονιών της στη Νότια Ντακότα, όπου και μεγάλωσε. Ευτυχώς όμως η αγάπη της για τη μουσική δεν την άφησε να το κάνει. Έτσι, ένα χρόνο μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει τον πρώτο της προσωπικό δίσκο, με τίτλο "Past Life Martyred Saints"...

Το "Past Life Martyred Saints" είναι ένα είδος εξαγνισμού για την EMA. Οι στίχοι του δίσκου είναι τόσο βιωματικοί, που μοιάζουν με ξόρκια για να διώξουν τα φαντάσματα του παρελθόντος. Δεν είναι όμως τόσο προσωπικοί ώστε να αδυνατείς να ταυτιστείς μαζί τους. Και εκεί έγκειται το μεγαλείο του δημιουργού. Η EMA επιτυγχάνει να εκφράσει σχεδόν μια ολόκληρη γενιά. Άκου για παράδειγμα το 'California'. Σε μερικά χρόνια θα θεωρείται ήδη κλασικό. Είναι καταδικασμένο να έχει αυτήν την πορεία... Μουσικά, το "Past Life Martyred Saints" κυμαίνεται κάπου μεταξύ του θόρυβου των Gowns και μιας folk μελαχολίας. Και ενώ φαινομενικά αυτά τα δύο είναι εκ διαμέτρου αντίθετα, η EMA τα κάνει να ηχούν σαν να αποτελούν ένα ενιαίο μουσικό ρεύμα. Παράγει κάτι νέο με τα πιο απλά υλικά. Είναι αδύνατο να ακούσεις το 'Red Star' που κλείνει το δίσκο και να μη συνδεθείς με την ερμηνεία της. Δε γίνεται να μη νιώσεις κάτι, ο,τιδήποτε, στο στίχο "I know nothing lasts forever, if you won't love me, someone will". Το ντεμπούτο της EMA έχει κάτι από τον ηλεκτρισμό και την ανησυχία των ντεμπούτων της Liz Phair και της PJ Harvey εκεί πίσω στα 90's. Ίσως και να μην είναι ο "καλύτερος δίσκος της χρονιάς", είναι όμως ο ήχος του 2011. Και αυτό σημαίνει πολλά περισσότερα για εμένα. Γιατί το αληθινό 10άρι δεν ανήκει στο ακαδημαϊκό "Let England Shake", όσο καλό και αν είναι, αλλά στο ενδοσκοπικό, όσο και επιβλητικό, "Past Life Martyred Saints" της Erika M. Anderson. Λένε ότι δεν πρέπει να αφήνεις αυτό που σε τρώει να σε χορτάσει. Στην περίπτωση του 'California' όμως, δε μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να το αφήσω να με καταβροχθίσει...


EMA - California


Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Εν αρχή ην ο ρυθμός

Σωτήριο έτος 2002. Ένας 30άρης από τη Νέα Υόρκη χάνει την ισορροπία του, και κερδίζει την προσοχή των underground dance κύκλων. Το 'Losing My Edge' ήταν ένα περίεργο ηχητικό μείγμα για την εποχή. Επρόκειτο ξεκάθαρα για ένα dance κομμάτι, που όμως εμπεριείχε σαφέστατη punk ορμή. Το underground όμως, ήταν πολύ περιοριστικό για τον James Murphy. Περίεργο για έναν τύπο που μέχρι τα 30 του συμμετείχε σε δεκάδες μπάντες και projects, μην καταφέρνοντας να γνωρίσει την επιτυχία με κανένα από αυτά. Ένα χρόνο μετά, έρχεται το 'Give It Up'. Και το μόνο που δε θα έκανε ο Murphy εκείνη τη στιγμή, ήταν να τα παρατήσει... Κάπως έτσι, ξεκινά η ιστορία των LCD Soundsystem. Του σχήματος που άλλαξε τη ζωή τόσων εκεί έξω, όσο καμία άλλη μπάντα στα 00's.



LCD Soundsystem (2005)


Μπορεί ο James Murphy και οι LCD Soundsystem να είχαν ήδη αποκτήσει κάποια αναγνωρισιμότητα στα early 00's, αλλά το ομότιτλο ντεμπούτο τους εμφανίστηκε ως κεραυνός εν αιθρία για τους περισσότερους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα 00's είχαν σημαδευτεί από την αναβίωση του post punk και του garage rock, με μπάντες όπως οι Interpol και οι Strokes να σημειώνουν μεγάλη επιτυχία. Οι LCD Soundsystem λοιπόν, βρήκαν μία χρυσή τομή μεταξύ αυτής της μόδας και της χορευτικής μουσικής από περασμένες δεκαετίες, φιλτραρισμένης από ένα εντελώς σύγχρονο πρίσμα. ο Murphy δε διατεινόταν ότι ήταν ο ταλαντούχος μουσικός με την αστείρευτη έμπνευση και τις απεριόριστες δυνατότητες. Απλά ήταν ένα άτομο που λάτρευε τη μουσική. Και εκεί έγκειται εν τέλει και ο λόγος της επιτυχίας που σημείωσε. Ήταν πρωτίστως οπαδός, και δε διαχώριζε τη θέση του από το κοινό. Δεν είχε συμπλέγματα να διατρανώσει ότι αγαπά τους Killing Joke όσο και τους Daft Punk, τους οποίους φαντασιώνεται να δίνουν συναυλία στο σπίτι του. Δεν έκανε διαχωρισμούς μεταξύ χορευτικής και κιθαριστικής μουσικής. Άκου από τη μία το 'Movement', και μετά άκου και το 'Disco Infiltrator'. Μπορεί το πρώτο να είναι ένα εκτροχιασμένο punk κομμάτι και το δεύτερο να σε κάνει να θες να χορέψεις χωρίς έγνοιες στους ρυθμούς της ντισκομπάλας, έχουν όμως μια συνέχεια. Ο Murphy υπενθυμίζει σε όλους ότι η μουσική είναι πέρα από ταμπέλες. Ότι είναι ένα ενιαίο σώμα που συνεχώς ρέει. Πιο απλά, 'Losing My Edge'...



LCD Soundsystem - Losing My Edge


45:33 (2006)

Το 2006 η Nike είχε μια πολύ καλή ιδέα. Να επενδύσει ηχητικά τον ιντερνετικό της κατάλογό υπό τους ήχους μιας νέας κυκλοφορίας από τους LCD Soundsystem. Αυτή η συμφωνία θα επιδρούσε θετικά και στις δύο πλευρές. Από τη μία, οι LCD Soundsystem θα ανοίγονταν σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό, και από την άλλη, η Nike δε θα μπορούσε να βρει ιδανικότερη μουσική υπόκρουση για να προσκαλέσει, αλλά και για να κρατήσει το υποψήφιο αγοραστικό κοινό στην ιστοσελίδα της... Το "45:33" ήταν ένα στοίχημα για τον James Murphy. Σε μία εποχή που το άλμπουμ είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια παρακμής, το πείραμα με μια ενιαία 45λεπτη σύνθεση ήταν κάτι εξαιρετικά παράτολμο. Και ακόμα περισσότερο από τη στιγμή που δεν επρόκειτο για μια εύπεπτη σύνθεση. Η ιδέα της κυκλοφορίας αυτής ξεκίνησε από την επιθυμία του Murphy να κυκλοφορήσει κάτι στα πρότυπα του "E2-E4" του Manuel Göttsching, ενός δίσκου με εντελώς μαθηματική σκέψη, στο μεταίχμιο του krautrock και της ηλεκτρονικής μουσικής των early 80's. Όπως σε κάθε δουλειά των LCD Soundsystem, έτσι και στο "45:33" υπάρχουν πολλές ακόμα αναφορές. Από το "Alive 1997" των Daft Punk, μέχρι το "4:33" του John Cage. Τελικά μπορεί ο Murphy να παραδέχτηκε πως δεν έχει καμία σχέση με το jogging, για προϊόντα του οποίου χρησιμοποιήθηκε το "45:33", αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να δημιουργήσει ένα περιπετειώδες αριστούργημα, που σου ακονίζει το μυαλό και σε εξιτάρει σε κάθε ακρόαση. Από το εμπνευσμένο από φόρμες κλασικής μουσικής πιάνο, στη disco, και από τη disco στο funk, για να οδηγηθείς σε ένα διαστημικό ambient τριπάρισμα. Το "45:33" αποτέλεσε προπομπό για το "Sound of Silver", αλλά σίγουρα στέκεται μόνο του επάξια δίπλα στα υπόλοιπα διαμάντια των LCD Soundsystem...



LCD Soundsystem - 45:33 (part 2)



Sound of Silver (2007)


2007, και έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου των LCD Soundsystem. Οκ, εξαιρετικό το πρώτο τους άλμπουμ, και το πείραμα του 45:33 στέφθηκε από πλήρη επιτυχία. Τι παραπάνω είχε όμως να δώσει ο James Murphy; Μπορούσε να εξελίξει αυτόν τον ήχο ή θα επαναλάμβανε τον εαυτό του; Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο μπορούσε να εξελίξει τον ήχο του, αλλά το "Sound of Silver" ξεπέρασε κάθε προσδοκία, αποτελώντας ό,τι πιο χαρακτηριστικό μπορώ να σκεφτώ για την περασμένη δεκαετία στο χώρο της μουσικής. Το μεγαλύτερο ταλέντο του Murphy είναι ότι έχει ανεπτυγμένο το αισθητήριο του τι εστί σύγχρονο, και του τι μουσική είναι αδύνατο να σε συγκρατήσει από το να λικνιστείς στους ρυθμούς της. Το "Sound of Silver" έχει τις απαραίτητες αναφορές στο παρελθόν των LCD Soundsystem (μέρη του 'Someone Great' είναι δανεισμένα από το "45:33"), αλλά πρόκειται για κάτι φρέσκο, και σίγουρα για την πιο δεμένη και ώριμη δουλειά τους. Με το "Sound of Silver", ο Murphy τελειώνει αυτό που είχε αρχίσει κάποια χρόνια πριν. Επαναφέρει την ανέμελη κουλτούρα της χορευτικής μουσικής των late 70's/early 80's, και την προσαρμόζει έτσι, ώστε να μην έχει κανένα ίχνος ρετρό και να μοιάζει ως κάτι το καινούργιο και ρηξικέλευθο. Μέσα σε όλα αυτά, κάποια νέα στοιχεία προστίθενται στα όσα ξέραμε για τους LCD Soundsystem. Και εννοώ το 'All My Friends'. Καταρχάς, καταξιώνει τον Murphy ως στιχουργό. Κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία στιουργικά κομμάτια των 00's, με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί μαζί του μια ολόκληρη γενιά. Γιατί πάντα, πάντα όμως, η ζωή θα περνά πιο γρήγορα από όσο το υπολογίζεις. Και πάντα θα ξοδεύεις τα χρόνια προσποιούμενος κάτι διαφορετικό από αυτό που είσαι. Μέχρι που έρχεται η στιγμή που το αντιλαμβάνεσαι, αλλά τελικά τότε η ζωή απλά σε έχει προσπεράσει... Η επαναληπτική μελωδία του κομματιού είναι στα όρια της ιδιοφυίας, καθώς συμβολίζει την επανάληψη αυτών των λαθών, και εντείνει τη συναισθηματική κλιμάκωση. 'Αν κάποιος πει ότι το 'All My Friends' είναι το κορυφαίο κομμάτι των 00's, δε νομίζω να διαφωνήσει κανένας σθεναρά... Εκτός από αυτό όμως, αξίζει να γίνει αναφορά και στο κλείσιμο του δίσκου. Έχουν περάσει 30 χρόνια από το "New York, New York", και η ερμηνεία του Sinatra δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Νέα Υόρκη όσο κάποτε. Εδώ έρχεται το 'New York, I Love But You're Bringing Me Down'. Μουσικά, πρόκειται για εξέλιξη του 'Never As Tired As When I'm Waking Up', με ένα κιθαριστικό solo τόσο ανατριχιαστικό, που σίγουρα δε θα περίμενες από τους LCD Soundsystem. Κακώς... Στα late 00's, η Νέα Υόρκη βρήκε το τραγούδι που θα την αντιπροσωπεύει τα επόμενα χρόνια. Θα το θέσω ως εξής: αν κάποια στιγμή αποφασίζαμε να στείλουμε στο διάστημα ένα δίσκο από κάθε δεκαετία, σε περίπτωση που θα θέλαμε να ξέρει κάποιος, αν το βρεί, πως ήταν τότε η ζωή στη γη, για τα 00's θα στέλναμε "Sound of Silver". Όρισε την ηλεκτρονική μουσική που θα ερχόταν τα επόμενα χρόνια. Αυτή που ακούγεται με την ίδια ευκολία στο club, όσο και ένα χαλαρό πρωινό στο σπίτι. All time classic...


LCD Soundsystem - All My Friends


This Is Happening (2010)

Οι LCD Soundsystem είναι μία από τις περιπτώσεις της περασμένηες δεκαετίας που ό,τι και να κυκλοφορούσαν, θα γινόταν αυτομάτως critical acclaim. Και έτσι έγινε και με το τρίτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε πέρυσι. Εδώ όμως υπάρχει το εξής παράδοξο: οι LCD Soundsystem πάντα έγραφαν μουσική για τους οπαδούς τους. Η σχέση τους μαζί τους και η εικόνα που είχε ο Murphy για τη σχέση μουσικού-κοινού ήταν που τους οδήγησε στην επιτυχία. Συνεπώς, από η στιγμή που η υποδοχή των οπαδών τους δεν ήταν τόσο ένθερμη όσο στις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, δεν είχε αντίκρυσμα η αποθέωση του "This Is Happening" από τους κριτικούς. Ένα χρόνο μετά την κυλοφορία του, ομολογώ πως κι εγώ το αδίκησα αρκετά. Αυτό που μεσολάβησε στα 3 χρόνια από το "Sound of Silver" είναι μια βαθειά οικονομική κρίση, και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Ο κόσμος στράφηκε στα τραγούδια με θόρυβο και μικρή διάρκεια, και συνεπώς οι LCD Soundsystem σου έδιναν την εντύπωση πως είχε περάσει η μπογιά τους. Τα πράγματα όμως ήταν διαφορετικά. Αυτό που κάνει ο Murphy στο "This Is Happening" είναι να σου υπενθυμίσει πως πρέπει να ζήσεις το τώρα όσο πιο έντονα μπορείς. Γιατί μακροπρόθεσμα, αυτό είναι που έχει σημασία. Το dance-punk υβρίδιο του Murphy έχει ομοιογενοποιηθεί και λειάνει τις γωνίες του, κάτι που φαίνεται σε κομμάτια όπως το 'Drunk Girls'. Το 'One Touch' κερδίζει κατά κράτος στα club, και το 'I Can Change' είναι από τα προσωπικά κομμάτια του Murphy που όλοι αγαπήσαμε, και η στιγμή που ξεχωρίζει από το άλμπουμ. Το "This Is Happening" είναι μια κατάθεση ψυχής ενός μεγάλου μουσικού και ταυτόχρονα αιώνιου λάτρη της μουσικής, και θα θυμόμαστε πως στα χρόνια της μεγάλης κρίσης ακούγαμε "I can change, I can change, I can change, I can change. I can change, I can change, I can change, if it helps to fall in love" σαν να μην υπήρχε αύριο. Το σπίτι μπορεί να περιμένει λίγο ακόμη. Έχουμε μια ζωή να ζήσουμε...


LCD Soundsystem - Home


Αυτό ήταν λοιπόν. Ο James Murphy, πιστός στις δηλώσεις του ότι ο κύκλος των LCD Soundsystem θα έκλεινε κάποια στιγμή, όταν θα ένιωθε ότι δε θα είχε να προσφέρει άλλα, τερματίζει μια σύντομη, αλλά μεγαλειώδη πορεία. Έχει πατήσει ήδη τα 41 και πραγματοποίησε όλα όσα ήθελε να κάνει, τα οποία κάποτε δε μπορούσε καν να διανοηθεί. Οι LCD Soundsystem δεν είναι πλέον ένα μέρος της ζωής του, αλλά κατέληξαν να είναι η ίδια του η ζωή. Συνεπώς, δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο timing για το πέσιμο της αυλαίας. Οι LCD Soundsystem ήρθαν, άλλαξαν τις ζωές μας, και απήλθαν. Τόσο απλά. Τελευταία παράσταση στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, για ένα τρίωρο show, όπως ακριβώς αρμόζει σε μία τόσο μεγάλη μπάντα. Και που ξέρεις; Μπορεί μετά από χρόνια κάποιος άλλος να χάσει την ισορροπία του, και να γράψει το στίχο "I was there in 2011 at the last LCD Soundsystem show in New York City"...