Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Bright Eyes Vs. Iron & Wine

Bright Eyes - The People's Key

5/10

Το "The People's Key" των Αμερικάνων Bright Eyes ήταν από τις κυκλοφορίες που περίμενα να ακούσω στο πρώτο μισό του 2011. Πάντα με απασχολούσαν οι folk-ίζουσες indie καταστάσεις, και οι Bright Eyes έχουν χαράξει αξιοθαύμαστη πορεία στο χώρο τα τελευταία 10 -και βάλε- χρόνια. Το "Cassadaga", τέσσερα χρόνια πριν, με είχε αφήσει απόλυτα ικανοποιημένο, και αν και πρόκειται για ένα σχήμα που ήδη έχει πίσω του πολλούς καλούς δίσκους για να ανατρέξεις αν θελήσεις να ασχοληθείς μαζί του, σίγουρα υπήρχαν προσδοκίες από το νέο δίσκο. Προσδοκίες οι οποίες τελικά δε δικαιώνονται. Γιατί ο Conor Oberst στην προσπάθειά του να κυκλοφορήσει ένα μεγαλειώδη δίσκο, χάνει την ουσία. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία κάνουν την εμφάνιση τους στο δίσκο, περισσότερο προς την 80's synthpop/new wave πλευρά. Κάτι που ίσως να φέρει στο προσκήνιο έναν (κακεντρεχή) παραλληλισμό με το "Suburbs" των Arcade Fire. Αλλού ίσως θυμίσουν μέχρι και Supergrass. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Bright Eyes πειραματίζονται με ηλεκτρονικά στοιχεία. Το βέβαιο είναι πάντως πως εδώ αυτά τα ηλεκτρονικά στοιχεία παρουσιάζονται ευνουχισμένα και εντελώς άνευρα. Σαν να γίνονται για κάποιον τελειομανή σκοπό του δημιουργού, και όχι επειδή ο ίδιος το νιώθει πραγματικά. Έπειτα, το concept του δίσκου κουράζει. Οι μονόλογοι που παρεμβάλλονται στη ροή του δίσκου δε δρουν ατμοσφαιρικά ή μυσταγωγικά, αλλά μάλλον προκαλούν χασμωδία. Κάποιες καλές ιδέες υπάρχουν διάσπαρτες εδώ κι εκεί, αλλά αναρωτιέσαι γιατί τελικά πρέπει να φτάσεις στο ένατο κομμάτι για να πεις: "ναι, αυτοί είναι οι Bright Eyes που θέλουμε". Γιατί η αληθινή μελαγχολία του 'Ladder Song' σου υπενθυμίζει το λόγο που αγάπησες τους Bright Eyes και που θα συνεχίσεις να ασχολείσαι μαζί τους και με το είδος. Συνοψίζοντας, το "The People's Key" μπορεί να μην είναι συνθετικά κακό, αλλά είναι απελπιστικά μέτριο, και κυρίως άψυχο. Αποκτούν άλλη μια ευκαιρία λόγω πρότερου έντιμου βίου, αλλά δε θα στοιχημάτιζα κιόλας ότι θα την αξιοποιήσουν...

Αλλού την περίμενα όμως την ψυχή, και από αλλού μου φανερώθηκε.

Iron & Wine - Kiss Each Other Clean

8/10

Η αλήθεια είναι ότι η περίπτωση του Samuel Beam ποτέ δε μου κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Πάντα τον σεβόμουν ως καλλιτέχνη, και άνετα μπορούσα να ακούσω τις δουλειές του όποτε ήθελα να χαλαρώσω. Απλά τελικά το αποτέλεσμα της μουσικής του ήταν πολύ ακαδημαϊκό, με την έννοια του ότι θα ταίριαζε περισσότερο σε βολεμένους 40άρηδες που πλέον αναζητούν να ακούσουν κάτι δίπλα από το τζάκι, που θα τους κάνει να νοσταλγήσουν τα νεανικά τους χρόνια. Ως εκ τούτου, το "Kiss Each Other Clean" δεν ήταν ο δίσκος που περίμενα πως και πως να ακούσω μέσα στη χρονιά. Ίσως και να μην τον άκουγα καν. Έτυχε όμως, ελλείψει άλλων νέων κυκλοφοριών, και αναζητώντας κάτι για να παίζει ως χαλί ενόσω θα διαβάζω για την εξεταστική, να βρει το δρόμο προς τα αυτιά μου. Και από τις πρώτες νότες του 'Walking Far From Home', εθίστηκα και μπήκα αμέσως στην ατμόσφαιρα του δίσκου. Και κομμάτι με το κομμάτι άρχισα να βυθίζομαι ακόμα περισσότερο και να μ'αρέσει. Αρκετά funky σε σημεία, αλλά και καθηλωτική folk σε άλλα. Το 'Your Fake Name Is Good Enough For Me' προκαλεί απανωτές ανατριχίλες, και μπορώ να πω με βεβαιότητα πως πρόκειται για αν όχι το καλύτερο, σίγουρα για το πιο ψυχωμένο κομμάτι που έχει ηχογραφήσει ο Beam κάτω από το όνομα Iron & Wine. Γιατί αυτή είναι εν τέλει και η ιδιοποιός διαφορά του "Kiss Each Other Clean" από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του γεννειοφόρου τραγουδοποιού. Έχει ψυχή και μια εσωτερική ένταση. Νομίζω πως ο στίχος "while the lion and the lamb kept fucking in the back road" στο 'Big Burned Hand' είναι χαρακτηριστικός αυτής της έντασης. Δεν ξέρω αν σύμφωνα με τα "ακαδημαϊκά" κριτήρια είναι ο καλύτερος Iron & Wine δίσκος, αλλά για τα δικά μου κριτήρια είναι, και με διαφορά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου