Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Το καλοκαίρι που δε μπορεί να περιμένει

Washed Out - Within and Without

8,5/10

Είναι πλέον πασιφανές ότι το lo-fi δεν έχει απλά επιστρέψει, αλλά έχει μετατραπεί σε μόδα που επιτάσσει ανάλογες παραγωγές στη μουσική βιομηχανία. Ένα παρακλάδι που έχει σχηματιστεί από αυτήν την εξέλιξη είναι το chillwave. Η αγάπη δηλαδή για τα synths από τα 80's και τα 90's, με μια μελαγχολική διάθεση, και με τον ήχο να απλώνεται στο χώρο ακριβώς όπως στο lo-fi. Έχει επικριθεί αρκετά με την κατηγορία ότι πρόκειται για μια παροδική μόδα των καιρών που βρίσκεται στο προσκήνιο λόγω της προωθησης μέσων όπως το Pitchfork, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζει να παράγει εξαιρετικούς δίσκους. Μια από τις πολύ αναμενόμενες δουλειές του είδους για φέτος ήταν το "Within and Without", το πρώτο full length του Ernest Greene, ευρύτερα γνωστού ως Washed Out. Ο δίσκος κυκλοφορεί από τη Sub Pop, και μετά την κυκλοφορία τριών επιτυχημένων EP που βρήκαν απήχηση στο κοινό που αρέσκεται σε lo-fi ήχους, οι προσδοκίες για το ντεμπούτο του ήταν δεδομένες.

Το "Within and Without" είναι κατά βάση ένας δίσκος ποιοτικής pop, που αντλεί τις επιρροές του από την ηλεκτρονική μουσική παρελθόντων δεκαετιών, καθώς και από σύγχρονες indie μπάντες, όπως οι Animal Collective και οι Deerhunter. Διόλου τυχαίο, μιας και παραγωγός του δίσκου είναι ο Ben Allen, ο άνθρωπος πίσω από τα "Merriweather Post Pavilion" και "Halcyon Digest". Το εξαιρετικό 'Eyes Be Closed' που ανοίγει το δίσκο διακατέχεται από μια σινεματική ατμόσφαιρα, ίσως θυμίσει το soundtrack του "The Beach", και αποπνέει ένα αίσθημα φυγής. Αυτό το αίσθημα φυγής χαρακτηρίζει όλο το δίσκο. Και δεν πρόκειται για φυγή με την έννοια της παραίτησης, αλλά περισσότερο με αυτήν της περιπέτειας. Σαν αυτές τις μέρες που ξυπνάς και το μόνο που θες είναι να σπάσεις τη ρουτίνα σου. Να μην κάνεις ό,τι κάνεις κάθε μέρα, και να δοκιμάσεις κάτι καινούριο που θα ικανοποιεί μονάχα εσένα. Αυτή η αύρα υπάρχει και στο 'Amor Fati', που παρά το lo-fi χαρακτήρα του είναι ένα τρομερά κολλητικό τραγούδι. Σε κομμάτια όπως το 'Before' το hip hop τέμνεται με το πρώιμο trip hop, με τον Panda Bear να είναι σίγουρα υπερήφανος από το τελικό αποτέλεσμα. Η κορυφαία σύνθεση του δίσκου είναι δίχως καμία αμφιβολία το 'You And I', ένα ρομαντικό chillout μανιφέστο, που κορυφώνεται με αιθέριες μελωδίες που σε καθησυχάζουν και σε ταξιδεύουν. Το chillout στοιχείο εντείνεται στο ομότιτλο κομμάτι, για να φτάσουμε στο 'A Dedication', μια απογυμνωμένη σχεδόν από οποιοδήποτε ηλεκτρονικό στοιχείο μπαλαντοειδής σύνθεση, με τον Ernest Greene να εκτίθεται στο κοινό του μόνο με τη συνοδεία ενός πιάνου. Το ιδανικό κλείσιμο για το δίσκο.

Το "Within and Without" περιέχει μουσική για καλοκαιρινή ονειροπόληση λίγο πριν τις διακοπές, και είναι μια κυκλοφορία που πηγαίνει τη μουσική του Ernest Greene ένα βήμα παραπέρα. Δεν ξέρω πόσο ορθό θα ήταν να στεγαστεί κάτω από την ομπρέλα του chillwave, μιας και δεν είναι ένας δίσκος ο οποίος φαίνεται ότι θα ξεφτίσει εύκολα. Παρά την ηλεκτρονική του φύση, το άλμπουμ απευθύνεται σε κάθε λάτρη των reverbs και του lo-fi γενικότερα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κυκλοφορεί από τη Sub Pop, μια εταιρεία με παράδοση σε κιθαριστικούς ήχους. Το όνομα Washed Out πλέον επιβεβαιώνει το hype, καθιερώνεται στο προσκήνιο και προσφέρει ένα δίσκο που είναι καταδικασμένος να λατρευτεί με πάθος αυτό το καλοκαίρι. Όπως ακριβώς προδίδει και το εξώφυλλό του...


Washed Out - Eyes Be Closed by subpop

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

60's γκαραζοψυχεδέλειες και lo-fi δίνες


Ty Segall - Goodbye Bread

8/10

Πριν ξεκινήσω να γράφω ο,τιδήποτε άλλο, πρέπει να αναφέρω πόσο εκτιμώ τη δουλειά του Ty Segall τα τελευταία χρόνια. Είναι μόλις 23 ετών, και έχει ήδη τόσες κυκλοφορίες όσες δεν έχουν μουσικοί με τα διπλάσια χρόνια του. Αυτό μου βγάζει ένα πάθος και μια ψύχωση για τη μουσική, που με έχει κάνει να παρακολουθώ στενά την πορεία του. Αφού λοιπόν συμμετείχε σε διάφορες μπάντες, πλέον κυκλοφορεί solo δίσκους. Ξεκίνησε από θορυβώδες punk, για να κόψει λίγο τις ταχύτητες στο περσινό "Melted" μπολιάζοντας τις συνθέσεις με garage ήχους, ώστε να φτάσουμε στο 2011 και το "Goodbye Bread", ένα άλμπουμ που φαίνεται καθοριστικό για τη σταδιοδρομία του.

Ο Ty Segall έχει μια καλώς εννοουμενη αφέλεια πάνω στη μουσική. Δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πλάνο, ούτε τον απασχολεί οποιαδήποτε επιτυχία. Γράφει τη μουσική που γουστάρει να ακούει ο ίδιος στο σπίτι του, ασχέτως αν σε κάποιους μπορεί να φαίνεται μονότονη ή ότι έχει ξαναπαιχτεί. Στο "Goodbye Bread" ο Ty Segall αποφασίζει να ρίξει ακόμη περισσότερο τις ταχύτητες, και έχει τις απαραίτητες επιρροές ώστε αυτή η μετάβαση να γίνει όμορφα και ομαλά. Ο δίσκος βρίσκεται κάπου μεταξύ των 60's πριν αυτά γίνουν 70's, και των 90's πριν αυτά γίνουν 00's. Από τα 60's παίρνει τη garage ανεμελιά των Kinks και τη surf αύρα της σκηνής της California, και από τα 90's αποκομίζει την οικεία lo-fi ατμόσφαιρα. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το ομότιτλο κιόλας κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, με όλα αυτά τα συστατικά να συνυπάρχουν αρμονικά σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του. Ευπρόσδεκτη η αρμύρα των ακτών της California του 'Califronia Commercial', ενώ το riff του 'Comfortable Home' νιώθεις ότι γράφτηκε πίσω στα 60's σε κάποιο υπόγειο από μια "βρώμικη" garage μπάντα. Το 'You Make The Sun Fry' είναι μάλλον ό,τι ήταν και το 'Girlfriend' για το "Melted", δηλαδή μια πιασάρικη γκαραζοψυχεδελική μπαλάντα, με ρεφρέν που σου μένει με την πρώτη ακρόαση. Το 'I Can't Feel It' φανερώνει ξεκάθαρα τη στροφή του Ty Segall σε lo-fi μονοπάτια, και το 'My Head Explodes' συνεχίζει στο ίδιο ύφος για να επιτελέσει τον τίτλο του στο εκρηκτικό ρεφρέν. Το 'The Floor' αποτελεί το ιδανικό statement για την πορεία που θα ακολουθήσει ο Segall στο μέλλον, το 'Where Your Head Goes' διαθέτει ένα από τα πιο ευκολομνημόνευτα ρεφρέν του δίσκου και κάποιες bluesy πινελιές, οι οποίες κορυφώνονται στο 'I Am With You' με το ονειρικό κιθαριστικό solo στο τέλος του κομματιού. Τέλος, το fuzzy 'Fine' κλείνει με τον Ty Segall να λέει 'bye-bye, see you next time', και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να ελπίζεις η επόμενη φορά να έρθει τόσο σύντομα όσο μας έχει συνηθίσει ο μουσικός από το San Fransisco...

Το "Goodbye Bread" δεν πρωτοπορεί κάπου, αλλά είναι ο δίσκος που φανερώνει ότι πλέον ο Ty Segall έχει κατασταλλάξει και ξεκαθαρίσει την κατεύθυνση που θέλει να ακολουθήσει. Είναι η χρονική στιγμή που πλέον και τα μουσικά μέσα θα αρχίσουν να τον αντιμετωπίζουν σοβαρά ως ένα μουσικό φαινόμενο της εποχής μας. Το ταλέντο του Segall είναι αστείρευτο, και εκτιμώ ότι οι καλύτεροι δίσκοι του βρίσκονται μπροστά. Αυτό έχει αποδείξει μέχρι στιγμής με την κάθε κυκλοφορία του να είναι καλύτερη και πιο ώριμη συνθετικά από την αμέσως προηγούμενη. Μέχρι να κυκλοφορήσει λοιπόν το magnum opus του, εγώ θα γιορτάζω την επαναφορά του lo-fi στο προσκήνιο...


Ty Segall - You Make The Sun Fry by Popfrenzy

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Interpol.

Στις αρχές των 00's δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει το τοπίο ως προς το που θα κινηθεί μουσικά η νέα δεκαετία. Υπήρχαν μεν κάποιες τάσεις, αλλά όχι τόσο επιδραστικές και μαζικές ώστε να χαρακτηριστούν ως ρεύμα. Κάπου εκεί, η Νέα Υόρκη επενέβη για να δώσει σάρκα και οστά σε ό,τι θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια. Πρώτα ήταν οι Strokes, που με το "Is This It" επανέφεραν το garage rock στο προσκήνιο, δημιουργώντας ορδές από πιστούς ακόλουθους στη Βρετανία, και έπειτα ήταν οι Interpol, που το 2002 δημιούργησαν το κίνημα του post punk revival, που καθόρισε ολόκληρη τη δεκαετία. Όλα ξεκίνησαν με τη συνύπαρξη των Daniel Kessler και Greg Dundy, οι οποίοι επεξεργάστηκαν την ιδέα να ξεκινήσουν μια μπάντα. Ο Kessler γνώρισε τον Carlos Dengler σε ένα μάθημα φιλοσοφίας, και στη συνέχεια πρότεινε στον Paul Banks, τον οποίο ήδη γνώριζε, να προχωρήσουν στη δημιουργία μιας μπάντας, όπερ και εγένετο. Στην πορεία ο Dundy αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από τον Sam Fogarino, και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες μπάντες των 00's, των Interpol...


Turn on the Bright Lights (2002)

Το 2002 οι Interpol είχαν κυκλοφορήσει ήδη αρκετά EP, τα οποία είχαν λάβει διθυραμβικές κριτικές από το μουσικό τύπο της εποχής. Μπορεί μόλις πριν από λίγα χρόνια να έδιναν συναυλίες χωρίς να έχουν καταλήξει καν στο όνομα της μπάντας, αλλά πλέον υπήρχε κόσμος που περίμενε το ντεμπούτο τους, το οποίο και τελικά κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2002. Μπορώ να φανταστώ πολλούς που τότε άλλαξε η ζωή τους... Γιατί το "Turn on the Bright Lights" είναι από αυτούς τους δίσκους που μπορούν να σου αλλάξουν τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Οι ρυθμικές κιθάρες, οι μπασογραμμές που αν και τόσο απλές τραβούν το δικό τους δρόμο και ξεχωρίζουν, και το πνεύμα των Joy Division που επανέρχεται από τη λήθη. Όλα τόσο γνώριμα, αλλά και τόσο πρωτοποριακά τη στιγμή που συνέβαιναν. Οι 11 συνθέσεις του "Turn on the Bright Lights" είναι τόσο μεγαλειώδεις, που θα μπορούσαν όλες τους να βρίσκονται σε ένα best of του συγκροτήματος. Οι ερμηνείες του Paul Banks είναι χαρακτηριστικές και γίνονται σήμα κατατεθέν των Interpol. Δε θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερο opener για το άλμπουμ από το 'Untitled', και δε θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη συνέχεια από το 'Obstacle 1', ένα από τα κορυφαία τραγούδια των 00's, που κουμπώνει ιδανικά με το επίσης συναρπαστικό 'Obstacle 2' στην πορεία του δίσκου. Στην πραγματικότητα κομμάτι με το κομμάτι το άλμπουμ κορυφώνεται ολοένα και περισσότερο. Βυθίζεσαι στην ατμόσφαιρά του σαν σε μια ορμητική δίνη, η οποία όμως θέλεις να σε παρασύρει. Τα 49 λεπτά που διαρκεί το "Turn on the Bright Lights" είσαι αλλού. Αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό, αλλά παρόλα αυτά νιώθεις τόσο οικεία... Το 'Stella Was a Diver and She Was Always Down' αποτελεί το τελειότερο παράδειγμα της δραματουργίας που αναπτύσσουν οι Interpol στα τραγούδια τους. Το γεγονός ότι το καθηλωτικό 'Specialist' είναι bonus track στο άλμπουμ, αποδεικνύει το μεγαλείο του "Turn on the Bright Lights". Ένα μνημείο των 00's από κάθε άποψη. Ζηλεύω όσους το βίωσαν όταν συνέβαινε.


Interpol - Obstacle 1


Antics (2004)

Δύο χρόνια μετά το "Turn on the Bright Lights" τα standards για το διάδοχό του ήταν δυσθεώρητα Παρά όμως τις προσδοκίες που είχαν οι ίδιοι θέσει, το "Antics" επιτυγχάνει να συνεχίσει στο μονοπάτι του προκατόχου του. Η συνταγή είναι η ίδια. Δεν ενοχλεί όμως κανέναν, εφόσον η μουσική των Interpol δε βασιζόταν στους ακροβατικούς πειραματισμούς μεταξύ ετερόκλητων ειδών. Η ατμόσφαιρα ήταν που διαδραμάτιζε εξέχοντα ρόλο στις συνθέσεις τους. Και αυτό το μαγικό συστατικό είναι πάλι εδώ. Χρειάζεται ικανότητα και στόφα μεγάλου συγκροτήματος για να μπορείς να δημιουργείς κομμάτια με τόση ψυχή, που να καταφέρνουν να γίνονται παράλληλα μεγάλα χιτάκια στον ιδιότροπο indie χώρο της εποχής. Το 'Evil' λόγου χάρη είναι ένα πλήρες κομμάτι, άκρως εθιστικό, και καθόλου δύσκολο να γίνει αγαπημένο στα live της μπάντας. Πλέον η μουσική των Interpol γίνεται βίωμα, και αυτό το σημείο έφτασαν πιο κοντά από κάθε άλλη μπάντα των 00's στο να αγγίξουν το στάτους συγκροτημάτων όπως οι Radiohead. Το συγκλονιστικό κλείσιμο με το 'A Time to Be So Small' αποδεικνύει πως ό,τι και να έκαναν οι Interpol εκείνη την περίοδο, ήταν πασπαλισμένο με μια μαγική χρυσόσκονη. Οι γνωστές επιρροές από Joy Division και Chameleons, τα φωνητικά του Banks που ρίχνουν αλάτι στην πληγή, οι στιβαρές κιθάρες του Kessler, οι απλοϊκές μπασογραμμές του Dengler που όμως δε φοβούνται τον αυθορμητισμό, και το ρυθμικό drumming του Fogarino να σιγοντάρει τα πάντα. Το ότι όλα τα μέλη συνεισέφεραν στη σύνθεση της μουσικής, βοήθησε στο να διατηρηθεί το καλό κλίμα στις τάξεις του συγκροτήματος και στο να έρθει το προσκήνιο η ίδια η μπάντα. Όλοι ήταν πρώτοι μεταξύ ίσων. Με το "Antics", οι Interpol καθιερώθηκαν δικαιωματικά στην κορυφή, και τίποτα δεν έδειχνε ικανό να τους καθαιρέσει.


Interpol - Evil (Live)


Our Love to Admire (2007)

Το 2007 ήταν ένα έτος αλλαγών για τους Interpol. Από την Matador μετακόμισαν στην Capitol για την κυκλοφορία του τρίτου τους δίσκου, στον οποίο θα χρησιμοποιούσαν για πρώτη φορά στην καριέρα τους keyboards, επιχειρόντας να εξελίξουν τον ήχο των πρώτων τους δύο άλμπουμ. Οι προθέσεις σίγουρα ήταν καλές. Δε θέλησαν να μείνουν στη σιγουριά που τους προσέφερε ο ήχος τους στα early 00's, και θέλησαν να δοκιμάσουν κάτι καινούριο. Το τελικό αποτέλεσμα εντούτοις δεν τους δικαιώνει στο έπακρο. Ενώ εμπεριέχονται δυνατά τραγούδια, με τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρα των Interpol, το "Our Love to Admire" φαίνεται πως στο σύνολό του δεν είναι φτιαγμένο από τα μαγικά υλικά των προηγούμενων κυκλοφοριών τους. Η χρήση των keyboards στο εναρκτήριο 'Pioneer to the Falls' είναι ανατριχιαστική, και κομμάτια όπως το 'Heinrich Maneuver' και 'The Lighthouse' μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό, αλλά διακατέχονται από την αύρα των πρώιμων Interpol. Ακόμη και ο Banks δοκιμάζει ένα διαφορετικό στυλ τραγουδοποιίας, αρκετά πιο μελωδικό και συναισθηματικά φορτισμένο (όσο αυτό μπορεί να συμβεί) από το παρελθόν. Αυτή όμως η προσέγγισή τους κάπου φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα και καταντά ελαφρώς υπνωτιστική. Για πρώτη φορά οι Interpol φανέρωναν τρωτά σημεία. Και εν τέλει, στο 2007 τα πράγματα στο μουσικό προσκήνιο είχαν αλλάξει, και ο μύθος των Interpol αν και παρέμενε, κάπου είχε αρχίσει να θολώνει...


Interpol - Pioneer to the Falls (Live)


Interpol (2010)

Το 2010 οι Interpol ήταν πλέον ένα μεγάλο όνομα, σε ένα χώρο όμως που είχε κορεστεί. Μετά και το αμφιλεγόμενο "Our Love to Admire", ο νέος τους δίσκος δεν αναμενόταν με τόση ανυπομονησία. Και τελικά οι κριτικές που αποκόμισε ήταν στο σύνολό τους οι χειρότερες σε δίσκο τους. Μουσικά, ο τέταρτος ομότιτλος δίσκος τους συνεχίζει την πορεία που ξεκίνησαν τρία χρόνια πριν, με κάποιες στιγμές από το ντεμπούτο τους να κάνουν την εμφάνισή τους διάσπαρτες σε κάποια σημεία, δίχως όμως να αποπνέουν την ίδια αίσθηση. Σαν να εκβιάζονται καταστάσεις. Αναμφίβολα το "Interpol" δεν ήταν ο δίσκος που θα επαναφέρει το όνομα τους στο πρσκήνιο με επιτυχία. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του όμως, μπορώ να πω ότι ίσως και να αδικήθηκε. Και αυτό γιατί δεν είναι ανάγκη όλες οι κυκλοφορίες τους να συγκρίνονται με το παρελθόν τους. Μπορεί η συνθετική κόπωση των Interpol να είναι εμφανής, πρόκειται όμως για ένα δίσκο ικανό να σε καταβάλλει αν σε πετύχει στην κατάλληλη διάθεση. Το "Lights" και το "Barricade" αποτέλεσαν δυνατά χιτάκια, που ειδικά στις συναυλίες τους απογειώνονται, και η τετράδα κομματιών που κλείνει το δίσκο συγκροτεί μια κατάθεση ψυχής, ακόμη και αν τα αποθέματά της δεν είναι πλέον άπειρα. Χωρίς να είναι το άλμπουμ που θα ξεχωρίσει στη δισκογραφία τους, και δίχως να είναι σταθμός για τις μουσικές εξελίξεις του 2010, είναι ικανό να σε στοιχειώσει. Γιατί μπορεί να έχουν περάσει 8 χρόνια από το "Turn on the Bright Lights", οι άνθρωποι πίσω από τη μπάντα όμως παραμένουν οι ίδιοι,όπως και οι επιδιώξεις τους γύρω από τη μουσική. Και αν και δε βρίσκουν πάντα το στόχο, για αυτήν τη μία φορά που θα τον βρουν, αξίζει τελικά τον κόπο...


Interpol - Barricade


Μετά την κυκλοφορία του "Interpol', ο Carlos Dengler αποχώρησε από τη μπάντα. Ίσως όταν αποχωρεί ένα ιδρυτικό μέλος ενός συγκροτήματος, η καλύτερη λύση να είναι η διάλυση. Ειδικά από τη στιγμή που η μουσική πορεία των Interpol είναι φθίνουσα. Η αντικατάσταση του Carlos επί σκηνής δεν κατέστη δυνατή, και οι συναυλίες τους είναι αρκετά άχαρες και απλώς διεκπεραιωτικές. Αυτή τους όμως η αδυναμία αναπληρώνεται από το δυνατό setlist, καθότι κάποια τραγούδια τους είναι τόσο κλασικά, που ίσως και να υπερβαίνουν τη μπάντα. Υπό αυτήν την έννοια, η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα δε συμβαδίζει με την πιο παραγωγική περίοδο της καριέρας τους. Θεωρώ βέβαιο ότι ένας οπαδός της μπάντας που δεν την έχει ξαναδεί θα περάσει καλά. Οι υπόλοιποι μάλλον πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά. Σίγουρα πάντως ένα 'Specialist', ένα 'Hands Away' ή ένα 'Length of Love' μπορεί να κάμψει τις αντιστάσεις και του πλέον δύσπιστου...