Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Η ομορφιά της απλότητας

Cults - Cults

9/10

Κάτι πραγματικά δύσκολο στην εποχή της παντοκρατορίας του ίντερνετ είναι να δημιουργηθούν μύθοι. Το μυστήριο έχει καταστεί πλέον περιττή πολυτέλεια. Όλα βρίσκονται ένα κλικ μακριά, και τίποτα δε μένει κρυφό. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πόσο περίεργη είναι η υπόθεση των Cults. Μιας μπάντας από το Manhattan της Νέας Υόρκης με ένα ungoogleable όνομα, που πριν από ένα χρόνο σημείωσε αξιοπρόσεκτη επιτυχία με την κυκλοφορία στο διαδίκτυο του single 'Go Outside', δίχως να γνωρίζει κανείς τίποτα γι'αυτούς. Επρόκειτο για ένα ζευγάρι φοιτητών σε σχολή κινηματογράφου, που απηυδισμένο από τη ρουτίνα της καθημερινότητας αποφάσισε ότι εκτός από το να βλέπει ταινίες, ήθελε να ασχοληθεί και με τη μουσική. Οι Madeline Follin και Brian Oblivion λοιπόν άρχισαν να διαρρέουν τη μουσική τους στο ίντερνετ, δίχως καμία προσδοκία και χωρίς καμία οργάνωση. Ένα χρόνο μετά οι Cults είναι πενταμελής μπάντα και κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους, έχοντας συγκεντρώσει τρομακτικό hype γύρω από το όνομά τους...

Αυτό που απασχολεί πρωτίστως τους Cults είναι η μουσική τους. Δεν είναι άτομα που μαγνητίζονται από τα φώτα της δημοσιότητας. Μπορεί να ζουν στο λαμπερό Manhattan, αλλά βρίσκουν πολύ πιο διασκεδαστικό να κάτσουν σπίτι και να δουν 7 ταινίες σερί, από το να στριμωχτούν σε κάποιο club της περιοχής για να κάνουν δημόσιες σχέσεις. Συνεπώς, η επιλογή τους να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους τη στιγμή που οι ίδιοι ήθελαν κρίνεται σοφή. Δεν είχαν σκοπό να βγάλουν ένα δίσκο που θα περιέχει 2-3 χιτάκια στοχεύοντας να χτυπήσουν τα charts. Τους ενδιέφερε ένα αποτέλεσμα που να ικανοποιεί πρωτίστως τους ίδιους, εξ ου και η καθυστέρηση της κυκλοφορίας. Ο ένας χρόνος για την κυκλοφορία ενός άλμπουμ 11 συνθέσεων συνολικής διάρκειας 32 λεπτών δεν είναι λοιπόν τόσο παράλογος όσο μπορεί να φαίνεται...

Οι επιρροές του ομότιτλου ντεμπούτου των Cults μπορούν να εντοπιστούν στην ανέμελη pop των 50's και των 60's. Όχι όμως στην garage πλευρά της, από την οποία αντλούν την έμπνευσή τους μπάντες όπως οι Best Coast, Vivian Girls και Dum Dum Girls. Οι Cults ηχούν περισσότερο σινεματικοί, και η μουσική τους θα μπορούσε να επενδύσει άνετα κλασικά ασπρόμαυρα μελοδράματα της εποχής. Ο λόγος που γράφουν μουσική είναι για να αποφύγουν τις προσδοκίες της ενήλικης ζωής, όπου δεν υπάρχει χώρος για μαγεία. Είναι μια απόδραση από την καθημερινότητα. Τα κίνητρα των Follin και Oblivion είναι τέτοια, ώστε το ντεμπούτο τους να διακατέχεται από μια αυθεντικότητα και αθωότητα που σπάνια συναντάς πλέον στο είδος, και που εν τέλει αρκεί για να σε κάνει να ξεχωρίσεις. Η τριάδα κομματιών που ανοίγει το δίσκο αποτελεί το πιο δυνατό opening της χρονιάς, με την Madeline Follin να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στο ρεφραίν του 'You Know What I Mean'. Σε κανένα σημείο ο δίσκος δεν κάνει κοιλιά, οι ερμηνείες της Madeline είναι πασπαλισμένες με τη χρυσόσκονη της εφηβικής ηλικίας, και όταν κλείνει με το παραληρηματικό 'Rave On' είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα πατήσεις το repeat...

Οι Cults δε μπορούσαν να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους πιο ιδανική περίοδο. Στην αρχή ενός καλοκαιριού με όλα τα όνειρα που κουβαλά, για να σε καλέσει να βγεις έξω. Η μαγεία του βρίσκεται στο πόσο πάναπλο είναι. Με τραγούδια που σου μένουν με την πρώτη ακρόαση, και με ξεκάθαρη ψυχαγωγική αξία. Η Madeline δε χαρακτηρίζει άστοχα τη μουσική των Cults ως "Κινέζικη". Πέραν από κάποιες κλίμακες που μπορεί να επιβεβαιώσουν το χαρακτηρισμό, είναι πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζουμε "meditative". Αν τώρα έπρεπε να χαρακτηρίσω εγώ το ντεμπούτο των Cults μια λέξη, τότε θα το έλεγα όμορφο. Και άσχετα από το τι νομίζεις, χρειάζεσαι λίγη ομορφιά στη ζωή σου... Ναι λοιπόν, ο pop δίσκος της χρονιάς.


Cults - Abducted

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Αρκτικές μαϊμούδες στο Los Angeles

Arctic Monkeys - Suck It and See

6,5/10

Οι Arctic Monkeys είναι αναμφίβολα το μεγαλύτερο όνομα που έβγαλε η Αγγλία στα 00's στο χώρο του κιθαριστικού indie. Η αλήθεια είναι πως η λειψανδρία από καλές μπάντες που διάγει το μεγάλο νησί τα τελευταία χρόνια έδωσαν στους Monkeys ένα στάτους το οποίο ίσως και να ξεπερνά τις δυνατότητές τους. Σίγουρα πρόκειται για μια πολύ καλή μπάντα, που ξεχώρισε μέσα στη μετριότητα της αγγλικής κιθαριστικής σκηνής την περασμένη δεκαετία, αλλά εγείρεται το θέμα κατά πόσον είναι ικανοί να σηκώσουν στις πλάτες τους μόνοι τους ένα ολόκληρο είδος και να το βγάλουν από το βούρκο. Κάθε κυκλοφορία τους μετά το εξαιρετικό ντεμπούτο ήταν πολύ καλή , αλλά ένα σκαλί πιο κάτω από την αμέσως προηγούμενη, και το τέταρτο άλμπουμ τους αναμενόταν με αγωνία, αλλά και συνάμα με περιέργεια. Ο τίτλος και το εξώφυλλό του μάλλον επέφεραν παγωμάρα στις τάξεις των οπαδών τους, και η προσμονή για το τι ετοίμαζε αυτήν τη φορά η παρέα του Alex Turner έγινε ακόμη μεγαλύτερη...

Το "Suck It and See" ηχογραφήθηκε στο Los Angeles, κάτι που επιβεβαιώνει την αμερικάνικη στροφή στον ήχο των Arctic Monkeys, με τον Josh Homme να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη. Το πρώτο κομμάτι που διέρρευσε από το δίσκο ήταν το 'Brick By Brick', που συνεχίζει ακριβώς από εκεί που σταμάτησε το προ διετίας "Humbug". Τελικά όμως το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο αμερικάνικο όσο θα φανταζόταν κανείς, καθότι τα πράγματα είναι ελαφρώς συγκεχυμένα. Ας εξετάσουμε το δίσκο track by track.

Το 'She's Thunderstorms' δεν έχει την ένταση που είχαν opening tracks σε προηγούμενες δουλειές των Monkeys. Παρόλα αυτά, όσο χάνει σε ένταση, το κερδίζει σε ατμόσφαιρα. Το 'Black Treacle' είναι ένας συνδυασμός των Monkeys του "Humbug" και του ρετρό feeling των Last Shadow Puppets, και ακολουθεί το 'Brick By Brick', το οποίο ηχεί ακόμη καλύτερο μέσα στη ροή του δίσκου. Τα φωνητικά του Helders ταιριάζουν άψογα με τη 60's garage ατμόσφαιρα που επικρατεί. Το 'The Hellcat Spangled Shalala' είναι ένα τυπικό Arctic Monkeys κομμάτι με ωραίες κιθάρες, μόνο που θα μπορούσε να ήταν ένα συμπαθητικό b-side σε κάποιο single του "Whatever People Say I Am, That's What I'm Not". Το 'Don't Sit Down 'Cause I've Moved Your Chair' είναι ίσως η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ, με το βρώμικο garage ήχο στις κιθάρες να είναι ιδιαίτερα εθιστικός, και με τις εναλλαγές στο ρυθμό να δημιουργούν εν τέλει τα 3 πιο συναρπαστικά λεπτά του "Suck It and See'. Το 'Library Pictures' είναι η ιδανική συνέχεια, με ερεθισμένες κιθάρες και με ένα επικό, στα όρια του hangover, κόψιμο του ρυθμού στο μέσον του κομματιού. Οι κιθάρες στο 'All My Own Stunts' έχουν έναν Queens of the Stone Age αέρα, κάτι απόλυτα λογικό μιας και στα φωνητικά συμμετέχει ο Homme, άσχετα αν η παρουσία του είναι δυσδιάκριτη. Αν και δεν πρόκειται για την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ, ακούγεται ευχάριστα. Η μπασογραμμή του 'Reckless Serenade' είναι βουτηγμένη μέσα στις αμμουδιές του LA, και δίνει ομαλά τη θέση του στο επίσης καλοκαιρινό 'Piledriver Waltz', που θα μπορούσε να είναι η κορυφαία στιγμή του "Suck It and See", αν όμως δεν το είχαμε ακούσει ήδη από το soundtrack που επιμελήθηκε ο Turner για το "Submarine". Η μελωδία στο κλείσιμο μαγεύει. Η συνέχεια είναι κάπως προβληματική, με τρία κομμάτια επηρεασμένα από το britpop των 90's, που αν και έχουν καλές προθέσεις, κάτι λειτουργεί σωστά και ακούγονται εντελώς πανομοιότυπα με αποτέλεσμα να κουράζουν. Όχι το κλείσιμο που θα περίμενες...

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι Arctic Monkeys καταφέρνουν με το "Suck It and See" να κάνουν το 4 στα 4. Η απάντηση εναποτίθεται στην κρίση του καθενός, μιας και με αντικειμενικά κριτήρια δε μπορείς να πεις ότι το "Suck It and See" θα αποτελέσει ορόσημο για το 2011, πόσο μάλλον για τη βρετανική σκηνή. Και αν γίνεται αυτό το πολυπόθητο 4 στα 4, τότε γίνεται οριακά. Αυτό που λείπει εδώ είναι μια συγκεκριμένη κατεύθυνση του δίσκου, μια προσωπικότητα. Οι ερμηνείες του Turner από ένα σημείο και έπειτα ακούγονται λίγο μονοδιάστατες, και για πρώτη φορά τα fillers σε δίσκο των Monkeys είναι τόσα πολλά που σχεδόν φτάνουν τα καλά κομμάτια. Ίσως να είμαι πιο επιεικής από όσο πρέπει μαζί τους. Ίσως πάλι απλά να αγαπήσω το δίσκο στη συνέχεια, αν και δε δίνω πολές πιθανότητες σε αυτήν την εξέλιξη. Οι δίσκοι των Arctic Monkeys πρέπει να σε κερδίζουν από την πρώτη κιόλας ακρόαση. Αν δε συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα. Τουλάχιστον θα κρατήσω κάποια πολύ δυνατά τραγούδια. Δύσκολα θα ακούσω στο μέλλον το "Suck It and See" ολόκληρο, αλλά τραγούδια όπως το 'Don't Sit Down 'Cause I've Moved Your Chair' θα μείνουν.


Arctic Monkeys - Don't Sit Down 'Cause I've Moved Your Chair

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Down in Mexico...

Ruido Rosa - Ruido Rosa EP

7,5/10

Ένας από τους ονειρικούς μου προορισμούς είναι το Μεξικό. Μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι όπως στις ταινίες, ή να μην είναι καν η γη της επαγγελίας για τις στιγμές που θες να παρατήσεις τα πάντα και να φύγεις μακριά, όπως έχει επικρατήσει, αλλά συμπυκνώνει όλα τα ιδανικά που αναζητώ, ώστε σε κάποια παραθαλάσσια πόλη του να περασω ένα καλοκαίρι όπως το θέλω εγώ. Ίσως τώρα αυτή η αγάπη να οφείλεται στο ότι μικρός διάβαζα φανατικά Λούκυ Λουκ. Δεν ξέρω... Το σίγουρο είναι πως στο άκουσμα μιας all female μπάντας από το Μεξικό ήμουν ήδη θετικά προσκείμενος απέναντί της. Ο λόγος για τις Ruido Rosa. "Ροζ Θόρυβος" ελληνιστί. Τέσσερα κορίτσια που αποφάσισαν ότι το κατηχητικό σχολείο και η προσήλωση στη θρησκεία δεν ήταν αυτό που έψαχναν, και έτσι αποφάσισαν να φορέσουν κοντά φορέματα και να πιάσουν τις κιθάρες. Με τις Butcherettes να δείχνουν ήδη το δρόμο, κυκλοφόρησαν πέρυσι το πρώτο τους ομότιτλο EP.

Ο ήχος των Ruido Rosa είναι heavy όσο και catchy. Σε αυτό το EP θα ακούσεις από Led Zeppelin, μέχρι Soundgarden και White Stripes. 8 συνθέσεις 25 περίπου λεπτών, οι οποίες περιέχουν τόση θετική ενέργεια όση χρειάζεται για να σου φτιάξουν τη μέρα. Το 'Dentro' που ανοίγει το EP είναι ένα εξαιρετικά εθιστικό και ευκολομνημόνευτο χιτάκι, το οποίο καθόλου τυχαία δεν επιλέχθηκε ως το τραγούδι που θα "τραβήξει" το EP. Το 'Conecuencias' περιέχει ένα εξόχως κολλητικό ρεφρέν, ενώ το drumming στο 'Miedo a Caer' μαγνητίζει συνδυάζοντας απλότητα και δύναμη. Το μπαλαντοειδές 'Nada' είναι μάλλον η πιο αδύναμη στιγμή, καθότι μου θυμίζει έντονα τραγούδι σε τίτλους έναρξης νεανικής μεξικάνικης σειράς... Το 'Mildred' είναι τέρμα χορευτικό, με το μπάσο να καλεί τα drums να λικνιστούν ξέφρενα σε σύγχρονους indie ρυθμούς, και το εκρηκτικό 'Sin Ver' θα μπορούσε ανετότατα να βρίσκεται στο ντεμπούτο των Yeah Yeah Yeahs. Το 'Mas' διαθέτει ένα εκτροχιασμένο punk ρεφραίν, και θέτει υποψηφιότητα για καλύτερο κομμάτι του EP, χάνει όμως στο νήμα από το 'Dias de Verano'. Πιο ιδανικό κλείσιμο δε θα μπορούσε να υπάρχει. Ένα mid tempo ταξιδιάρικο κομμάτι με indie pop επιρροές, από αυτά που σε προτρέπουν να πάρεις το αυτοκίνητό και να ξεκινήσεις ένα road trip δίχως καμία απολύτως έγνοια. Το πιο δυνατό όμως σημείο των Ruido Rosa εστιάζεται στα φωνητικά. Πέραν του ότι οι φωνητικές γραμμές είναι εξαιρετικά εμπνευσμένες και η φωνή της Dutche διαθέτει έναν αυθεντικό δυναμισμό, η επιλογή να τραγουδήσουν στη γλώσσα τους είναι αυτή που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Μπορεί τα ισπανικά μου είναι ανύπαρκτα, αλλά παρόλα αυτά δε με εμποδίζουν καθόλου από το να ακούω το EP στο repeat. Με τα ισπανικά το αποτέλεσμα καθίσταται ακόμη πιο "καυτό". Οι Ruido Rosa δε διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά αγαπούν ανιδιοτελώς αυτό που κάνουν και αυτός ο ενθουσιασμός μεταδίδεται. Τα ισπανικά κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ακόμη πιο καυτό, και βασικά πρέπει κάποιος να είναι αρκετά αναίσθητος για να μη συγκινηθεί έστω και λίγο από τον ηλεκτρισμό που εκπέμπουν. Αν το καταφέρει, τότε υπάρχει πάντα και το ηλεκτροσόκ...

Κάτι που μου αρέσει πολύ τον τελευταίο καιρό είναι να αναζητώ νέες μουσικές στη μπλογκόσφαιρα. Καθότι στα γνωστά περιοδικά και sites είναι περίπου στάνταρ τα πράγματα που θα βρεις, μέσα από μια περιήγηση σε blogs μπορείς να ανακαλύψεις συγκροτήματα και δίσκους που δε μπορείς να βρεις πουθενά αλλού. Η περίπτωση των Ruido Rosa εμπίπτει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Συνεπώς, κάπου εδώ να πω ότι λάτρεψα αυτήν εδώ την ανάρτηση...


Ruido Rosa - Dentro

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Περί παραδοσιακών χορών και Ντεριντά

May Roosevelt - Haunted

8,5/10

Στην Ελλάδα του 2011 η παράδοση αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους. Υπάρχουν κάποιοι που σε αυτή βλέπουν κάτι το ιερό και αδιαπραγμάτευτο, και που η απομάκρυνσή μας από αυτή συνεπάγεται και παρακμή των ηθών, και από την άλλη υπάρχει η άποψη ότι για να προχωρήσουμε μπροστά πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας μαζί της με σύγχρονους όρους, ή ακόμη και ότι πρέπει να επέλθει η πολυπόθητη ρήξη των σχέσεών μας μαζί της. Δύο στάσεις που η καθεμιά τραβάει το δικό της μονοπάτι, και που στο φόντο ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου συγκρούονται ολοένα και πιο συχνά. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι το θέμα της παράδοσης αποτελεί ένα ισχυρό ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Δεν είναι συνεπώς εύκολο να καταπιαστείς με ένα τόσο λεπτό ζήτημα με ακανθώδεις προεκτάσεις. Η May Roosevelt στο δεύτερο δίσκο της εμπνέεται από τη θεωρία περί φαντασματολογίας του Ντεριντά, και τολμά να επανεξετάσει 8 παραδοσιακούς χoρούς υπό το πρίσμα του theremin.

Η ενασχόληση της May Roosevelt με την παραδοσιακή μουσική δεν είναι επιφανειακή. Δε σκαρφίστηκε ένα πρωινό ότι θα είχε ενδιαφέρον να διασκεύαζε παραδοσιακούς χορούς ανά την Ελλάδα ξεκινώντας αμέσως την ηχογράφηση του δίσκου. Δε θα το επέτρεπε η πολύχρονη μουσική της παιδεία. Ακολούθησε επισταμένη μελέτη σε κάθε ρυθμό, μπαίνοντας ουσιαστικά μέσα στην ψυχοσύνθεσή του. Παρόλα αυτά, η May Roosevelt δεν απώλεσε ούτε κατά διάνοια τη ματιά του σύγχρονου ανθρώπου. Ο δίσκος αρχίζει με το 'The Unicorn Died', όπου το ζεϊμπέκικο αποκτά μια ambient εκδοχή, και ήδη αρχίζεις να συνειδητοποιείς τι πρόκειται να ακολουθήσει. Στο 'Ooomph' ένας φουτουριστικός Μαντηλάτος περιτριγυρίζεται από dubstep σκιές, ενώ το 'Vow' αποτελεί μια post-industrial οπτική ενός μεγαλοπρεπούς Πωγωνίσιου. Το 'Dark The Night' ξεκινά με έναν αργό και ράθυμο χασάπικο, για να αποδομηθεί πλήρως σε ένα θεοσκότεινο ηλεκτρονικό χάσιμο. Ξεσηκωτικό. Καταδικασμένο να ξεχωρίσει. Στο 'Mass Extermination' θα ξεπεταχτούν δεκάδες Πόντιοι μπροστά στα μάτια σου χτυπώντας ρυθμικά τις φτέρνες τους στο πάτωμα, με ένα στοιχειωτικό avantgarde παιάνα να σιγοντάρει από πίσω, και στο Ζωναράδικο του 'Young Night Thought' θα χρειαστεί να κρατηθείς καλά από τη ζώνη σου για ένα περιπετειώδες σκληροπυρηνικό ταξίδι στα όρια του ebm. Το theremin στο μεγαλείο του. Το 'Chasm' είναι η εκτέλεση ενός Τσάμικου από τους Portishead του "Third", και τέλος το 'Outcry' με τον επαναληπτικό του post-apocalyptic ρυθμό δίνει νέα έννοια στον πιο δημοφιλή παραδοσιακό χωρό, τον Καλαματιανό, κάνοντάς με να φαντασιώνομαι ήδη γάμους στο μακρινό μέλλον που οι νιόπαντροι θα χορεύουν υπό τους ρυθμούς της May Roosevelt...

Το "Haunted" είναι ένας φιλοσοφημένος δίσκος. Μετρημένος σε κάθε του δευτερόλεπτο, χωρίς όμως να κάνει εκπτώσεις σε συναισθηματικές εξάρσεις. Σου δίνει την εντύπωση ότι η May Roosevelt έχει απεριόριστες δυνατότητες στη χρήση του theremin, αλλά χάριν της απλότητας μένει μόνο στα απολύτως απαραίτητα. Αυτό που τελικά καταφέρνει, είναι να ενσωματώσει την παράδοση στις σύγχρονες μουσικές τάσεις, δίχως το αποτέλεσμα να φαντάζει πουθενά κιτς. Η έκρηξη της ελληνικής σκηνής δεν έχει προηγούμενο. Οι εξαιρετικές κυκλοφορίες διαδέχονται η μία την άλλη, και το "Haunted" της May Roosevelt κερδίζει μέχρι στιγμής τον άτυπο διαγωνισμό της καλύτερης εγχώριας κυκλοφορίας της χρονιάς. Θα χορέψεις.


May Roosevelt - Mass Extermination (Kotsari)

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Το alternative rock στα 50

R.E.M. - Collapse Into Now

7,5/10

Οι R.E.M. είναι βαριά φανέλα στο χώρο του alternative rock. Το ντεμπούτο τους, "Murmur", είναι ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής, και το "Out of Time" συμπεριλαμβάνεται στις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στα μουσικά χρονικά των ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια έχασαν αρκετή από την αίγλη τους. Το τέλος των 00's τους βρήκε με εμφανή συνθετική κοπωση, βαδίζοντας από μετριότητα σε μετριότητα. Ως εκ τούτου, οι προσδοκίες για το νέο, 15ο δίσκο τους, δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Και με το χρόνο να είναι υπερπολύτιμος και με κάμποσες νέες κυκλοφορίες να περιμένουν στη σειρά, δεν υπολόγιζα να τον ακούσω. Αφορμή για να το κάνω στάθηκε η παρότρυνση του Escapist, και αφού θυμήθηκα και αυτήν την ανάρτηση. Χωρίς λοιπόν να περιμένω κάτι το ιδιαίτερο, αλλά και με έντονη περιέργεια μήπως διαψευστώ, πάτησα το play στο "Collapse Into Now"...

Αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς ακούγοντας το εισαγωγικό 'Discoverer', είναι ότι αν και δεν πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό, ή που δεν έχεις ξανακούσει, έχει φρεσκάδα. Κάτι που για εμένα ήταν το κύριο ζητούμενο για αυτόν το δίσκο. Αυτό που έπρεπε να αποτελέσει τη βάση του. Το ίδιο συμβαίνει και με το 'All The Best', και εν τέλει με όλες τις up tempo συνθέσεις του "Collapse Into Now". Υπάρχει μια φρέσκια αύρα του college rock των 90's που τις διακατέχει. Φρέσκια όχι τόσο χρονικά, αλλά σε επίπεδο περιεχομένου και αδρεναλίνης από την οποία αναβλύζουν κομμάτια σαν το 'Aligator_Aviator_Autopilot_Antimatter', στο οποίο η Peaches ξεσαλώνει ως συνήθως. Αυτός είναι ο ένας πυλώνας του άλμπουμ. Ο άλλος είναι οι downtempo/μπαλαντοειδείς συνθέσεις. Και το "Collapse Into Now" κερδίζει και εδώ. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους δίσκους των R.E.M., δε νιώθεις ότι ακούς τις ανιαρές εξομολογήσεις μιας παρέας μεσηλίκων, αλλά υπάρχει μια μυστήρια ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Σε αυτό ασφαλώς συνδράμουν και οι guests συμμετοχές. Τόσο στο 'It Happened Today' με τη συμμετοχή του Eddie Vedder, αλλά ιδίως στο ελεγειακό 'Blue' που κλείνει το άλμπουμ, με την Pattis Mith να ντύνεται ιέρεια. Σε πολλούς θα θυμίσει το 'Your Ghost'. Απλά μαγεία... Το κομμάτι τελειώνει με το μουσικό θέμα του 'Discoverer', και ουσιαστικά σε προστάζει να πατήσεις το repeat...

Λοιπόν; Τι ακριβώς προσφέρει το "Collapse Into Now" και ποια η θέση του στη δισκογραφία των R.E.M.; Αναμφίβολα είναι ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει η παρέα του Michael Stipe από το "New Adventures in Hi-Fi" και έπειτα. Μπορεί να μην καινοτομεί, και σίγουρα δεν είναι ο ήχος που εκφράζει το 2011, αλλά είναι όμως ένα εθιστικό άλμπουμ από τους R.E.M., κάτι που είχαν να επιτύχουν πάρα πολλά χρόνια. Όπως επίσης για πρώτη φορά μετά από τα 90's τα fillers δεν υπερτερούν στον τελικό απολογισμό. Ίσως επειδή ξαναγύρισαν στις σωστές επιρροές, ίσως πάλι επειδή κυκλοφόρησαν αυτόν το δίσκο επειδή πραγματικά είχαν μια μουσική ανάγκη, και όχι επειδή απλώς έπρεπε να τον κυκλοφορήσουν. Όπως και να έχει, το "Collapse Into Now" μου φέρνει όμορφες εικόνες στο μυαλό. Αφήστε με τώρα. Νοσταλγώ...


R.E.M. - Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Ένας ποντικός και ένας λύκος στην Άγρια Δύση

Danger Mouse & Daniele Luppi - Rome

8/10

Όσο προχωρά η εξέλιξη της μουσικής, τόσο αναπτύσσεται η τάση για επιστροφή στο παρελθόν. Τα μηχανήματα έχουν προοδεύσει τόσο, που μπορείς να έχεις μια αξιοπρεπή παραγωγή ακόμη και στο σπίτι σου χωρίς να διαθέτεις καν το υπέρογκο budget. Όλα είναι τέλεια. Είναι όμως ενδιαφέρουσα η τελειότητα; Σαφέστατα όχι. Το ίδιο άλλωστε δε συμβαίνει και στη ζωή; Εφόσον οι ανησυχίες σου ξεπερνούν αυτές του μέσου όρου, η τελειότητα μπορεί να καταστεί η πιο ασφυκτική κατάσταση. Ένας άνθρωπος με ανησυχίες είναι ο Danger Mouse. Όντας ένας από τους πιο επιδραστικούς μουσικούς παραγωγούς των 00's, αναζητά συνεχώς κάτι καινούριο, κάτι πρωτοποριακό, κάτι το οποίο δεν καλύπτεται από τα διαθέσιμα μέσα. Στη νέα του περιπέτεια αποφασίζει να συνεργαστεί με τον Ιταλό μουσικοσυνθέτη Daniele Luppi και να ανατρέξει στο παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα στην εποχή των spaghetti westerns. Επιφανείς συνοδοιπόροι σε αυτό το εγχείρημα οι Jack White και Norah Jones...

Το ταξίδι στο παρελθόν δε γίνεται ως μια γλυκιά νοσταλγική ανάμνηση. Αντιθέτως, επιχειρείται μια προσπάθεια αναβίωσης του παρελθόντος. Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για την ηχογράφηση του δίσκου είναι αυτή που χρησιμοποιούνταν στα 60's και στα 70's, τότε που μεσουρανούσαν τα ιταλικά westerns. Η εκλεκτή ορχήστρα που ακούγεται στο δίσκο είναι αυτή που χρησιμοποίησε ο Morricone, και που ευθύνεται για soundtracks ταινιών όπως τα "The Good, the Bad and the Ugly" και "Once Upon a Time in the West". Τέλος, υπάρχει και η συνδρομή των Jack White και Norah Jones. Φτασμένοι μουσικοί και οι δύο, οι οποίοι πάντα φάνταζαν βγαλμένοι από άλλες εποχές και ταιριάζουν ιδανικά στο όλο project. Ο καθένας τους λοιπόν ερμηνεύει τρία τραγούδια σε σύνολο 15 συνθέσεων, και κάπως έτσι ξεκινά το χρονικό του "Rome".

Αναμειγνύοντας τα παραπάνω συστατικά, δημιουργούνται κάποιες συγκεκριμένες προσδοκίες για το τελικό αποτέλεσμα. Με το "Rome" ο Danger Mouse καταφέρνει να αναπαραστήσει έξοχα τη χρονική περίοδο με την οποία καταπιάνεται, χωρίς ωστόσο ο δίσκος να ηχεί ξεπερασμένος. Και αν σκεφτείς το χάσμα που βρίσκεται τόσο σε επίπεδο χρόνου, όσο και περιεχομένου, μεταξύ αυτών των δύο εποχών, αναλογίζεται κανείς πόσο τεράστιο είναι το επίτευγμα του Danger Mouse. Οι συνθέσεις στις οποίες συμμετέχουν οι White και Jones αποτελούν τα highlights του άλμπουμ, αλλά δε θα το ακούσεις για αυτές. Θα το ακούσεις για το εισαγωγικό 'Theme Of Rome', το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί την ηχητική υπόκρουση των τίτλων αρχής κάποιου κλασικού western. Θα το ακούσεις για τις ρομαντικές μελωδίες των 'Roman Blue' και 'Her Hollow Ways', που μοιάζουν βγαλμένες από όνειρο θερινής νυκτός. Θα το ακούσεις για την ψυχεδέλεια του 'The Matador Has Fallen', και επίσης θα το ακούσεις για τις πανέμορφες εικόνες που θα σου δημιουργήσει η ορχήστρα στο 'Morning Fog'. Από τα κομμάτια που ερμηνεύουν οι Jack White και Norah Jones, δεν υπάρχει κάποιο που να υστερεί, μιας και οι περσόνες τους δένουν απόλυτα με το κλίμα του "Rome". Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια στιγμή και για τους δύο, τότε για τον White θα ήταν το απειλητικό 'Two Against One', και για τη Jones το jazzy 'Black'.

Το μόνο πρόβλημα που μπορώ να εντοπίσω στο δίσκο είναι το ίδιο πρόβλημα που αντιμετωπίζω σαν ακροατής και στα γνωστά original scores των spaghetti westerns. Ενώ δηλαδή εμπεριέχουν μαγικές μελωδίες, που άπαξ και τις ακούσεις μια φορά είναι βέβαιο ότι θα τις θυμάσαι για πάντα, υπάρχουν και κάποιες στιγμές που λειτουργούν καλύτερα στη ροή της ταινίας στην οποία ανήκουν, και αν τις ξεχωρίσεις μοιάζουν σαν ψάρι έξω από το νερό. Το "Rome", αν και δεν αποτελεί soundtrack κάποιας ταινίας, δημιουργήθηκε με αυτήν τη λογική. Και στις 15 του συνθέσεις σε κάποια σημεία κάπου χωλαίνει. Παρόλα αυτά, η αξία του είναι αδιαμφισβήτητη, και αναμφίβολα πρόκειται για μια κυκλοφορία που θα χρήζει αναφοράς σε κάθε μουσική ανασκόπηση του 2011. Αυτό που εν τέλει επιτυγχάνει, είναι να αποτελέσει το soundtrack ενός μελαγχολικού περίπατου στη Ρώμη των 60's. Αν αυτή είναι μια εικόνα που σε θέλγει, τότε πρέπει να ακούσεις το "Rome" το συντομότερο δυνατόν...


Danger Mouse & Daniele Luppi - "Rome" Trailer

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Αυτό με τους Baby Guru

Baby Guru - Baby Guru

8/10

Από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να ασχοληθείς με krautrock ψυχεδέλειες, υπάρχει ο κίνδυνος να καταστείς ψυχρός. Απόμακρος. Δε ζούμε στην εποχή που ευδοκιμούν μπάντες όπως οι Can. Η υπερπροσφορά μουσικής που έχει δημιουργήσει το διαδίκτυο έχει κάνει τον ακροατή να θέλει να ακούσει κάτι με το οποίο νιώθει ότι ταυτίζεται. Ότι είναι κοντά του. Ότι βρίσκεται δίπλα του εκείνη τη στιγμή που το ακούει. Τα αποστειρωμένα αριστουργήματα μπορεί να έχουν απήχηση στους κριτικούς, σίγουρα όμως όχι στο κοινό. Οι Baby Guru λοιπόν αποφασίζουν να ασχοληθούν με αυτές ακριβώς τις kraut ψυχεδέλειες. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν ακούγονται σαν να βρίσκονται μέσα σε γυάλα, αλλά ηχούν σαν μια κινούμενη πηχτή λάβα.

Τρείς παιδικοί φίλοι, ο Γιάννης, ο Γιώργος και ο Άξιος, βρίσκονται μαζί για να κάνουν αυτό που αγαπούν περισσότερο. Να παίξουν μουσική. Κάπως έτσι λοιπόν δημιουργούνται ο King Elephant, ο Obi Serotone και ο Sir Kosmiche. Οι δύο τελευταίοι φέρνουν μαζί τους τα ψυχεδελικά βιώματά τους από τους Duke Abduction, και ο King Elephant προσθέτει τον ξέφρενο ρυθμό των αφρικάνικων κρουστών. Οι επιρροές των Baby Guru δεν είναι μονόπλευρες. Πρόκειται για ένα ζωντανό οργανισμό που αλληλεπιδρά με το σύνολο της μουσικής που υπάρχει εκεί έξω. Όχι μόνο η παγωμένη διαστημική ψυχεδέλεια των Neu!, αλλά και η αναβράζουσα ψυχεδέλεια των Doors. Όχι μόνο το αυθεντικό εναλλακτικό πνεύμα των Velvet Underground, αλλά και η ριζοσπαστικότητα και το όραμα των Animal Collective. Όχι μόνο το πρόστυχο punk των Stooges, αλλά και η διεστραμμένα ράθυμη οπτική στο είδος των Liars. Όπως γίνεται κατανοητό, το ντεμπούτο των Baby Guru είναι ένα χωνευτήρι μουσικών ειδών. Δεν είναι εύκολο για μια μπάντα που τώρα κυκλοφορεί τον πρώτο της δίσκο να ενσωματώσει όλες αυτές τις τάσεις ομοιόμορφα. Η δυσκολία αυτή όμως παρακάμπτεται όταν έχεις να κάνεις με ανοιχτόμυαλους μουσικούς, απελευθερωμένους από οποιαδήποτε στερεότυπα ακαδημαϊσμού. 14 συνθέσεις σε 45 λεπτά, που δεν κουράζουν ούτε στιγμή. Δύσκολο να χαρακτηρίσεις τη μουσική κατεύθυνση του δίσκου. Η spacey ψυχεδέλεια του 'Holy Grey' που ανοίγει το δίσκο μετεξελίσσεται σε ένα χίπικο ύμνο για τα καλιφορνέζικα 60's με το 'Marilu'. Τα αφρικάνικα κρουστά εμπλέκονται με σύγχρονους funκ ρυθμούς στο 'Bounce', για να αποκτήσουν σταδιακά την πρωτοκαθεδρία στο 'Elf Over Rooftops', με το οργιαστικό solo στο κλείσιμο του κομματιού. Το σαξόφωνο στο 'I'm Only Spinning' θα θυμίσει παραδοσιακές ελληνικές μουσικές φόρμες, ενώ το hangover του 'Secondary Angle and Shades of Infinity' είναι ένα επιτυχημένο πείραμα που αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή στο δίσκο. Αν το 'Rainy Day' είχε κυκλοφορήσει από τους Radiohead, θα ήταν ήδη best new track στο Pitchfork, και το 'Kicks With Mary' είναι η πιο εκτροχιασμένη στιγμή του δίσκου, συνδυάζοντας punk με funk πινελιές. Το άκρως πειραματικό 'Ariel' διακατέχεται από μια ανατολίτικη αύρα, και το 'Inner Space' μαγνητίζει με τις μυστήριες μπασογραμμές του. Τέλος, ο δίσκος κλείνει με το 'Promenade', το οποίο θυμίζει τις μπαλάντες από το τελευταίο άλμπουμ των Radiohead, οι οποίες με τη σειρά τους θυμίζουν γερμανικές kraut μπάντες των 70's. Τελικά, το αποτέλεσμα φέρει απλά τη σφραγίδα των Baby Guru.

Δεν ξέρω τι συμβαίνει με την ελληνική σκηνή αυτήν την περίοδο. Κάθε μέρα θα ανακαλύψεις και ένα νέο καλλιτέχνη ή μια νέα μπάντα που θα σου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Και σίγουρα όχι επειδή είναι ελληνικό προϊον και "πρέπει" να το στηρίξεις. Η Inner Ear διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία, έχοντας μαζέψει την αφρόκρεμα της νέας ελληνικής μουσικής σκηνής. Το ντεμπούτο των Baby Guru συνθέτει ρετρό ψηφίδες για να δημιουργήσει κάτι πέρα για πέρα σύγχρονο. Και όσες φορές και αν ανέφερα τη λέξη "ψυχεδέλεια", και όσο και αν αυτός ο χαρακτηρισμός φαντάζει ιδανικός για τη μουσική των Baby Guru, πρόκειται για κάτι παραπάνω από αυτό και δε μπορεί να κατηγοριοποιηθεί τόσο εύκολα. Το μόνο δεδομένο είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα από τη φλεγόμενη ελληνική σκηνή. Και είμαι βέβαιος πως πρόκειται για ένα από τα πολλά που πρόκειται να ακολουθήσουν.


Baby Guru - Marilu

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Από τους Beach Boys στους Animal Collective

Panda Bear - Tomboy

9/10

Οι Animal Collective είναι ένα φαινόμενο της εποχής μας. Η συνύπαρξη τεσσάρων εξαιρετικών μουσικών με όραμα και αστείρευτη έμπνευση, που παράγει αριστουργήματα εδώ και μια δεκαετία. Η μόνη ατυχία τους αν θες, ήταν ότι το pick της καριέρας τους συνέπεσε με τη γιγάντωση του hipsterdom. Έτσι, οδηγηθήκαμε στην ταύτιση των Animal Collective με τη hipster κοινότητα, και όλα τα αρνητικά σχόλια για τους hipsters συμπαρέσυραν και τους Animal Collective, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως ένα παραφουσκωμένο κατασκεύασμα αυτής της κοινότητας που δέχεται αδικαιολόγητη προώθηση από το Pitchfork. Και μέσα σε αυτήν την κατάσταση, αποκορύφωμα της οποίας είναι ο διχασμός που επέφερε στο κοινό η κυκλοφορία του "Merriweather Post Pavilion", ο Panda Bear, εξέχων μέλος της κολεκτίβας από το Maryland της Βαλτιμόρης, κυκλοφορεί τον τέταρτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο "Tomboy".

Το "Tomboy" ηχογραφήθηκε στη Λισαβόνα, και η ημερομηνία της κυκλοφορίας του αποτέλεσε σήριαλ, καθώς αρχικά υπολογιζόταν να βγει στα δισκάδικα στα τέλη του 2010. Τελικά η ημερομηνία της κυκλοφορίας του αναβλήθηκε για τον Απρίλη του 2011, όμως διάφορα singles από το δίσκο διέρρεαν όλο αυτό το διάστημα δεξιά κι αριστερά, επιτείνοντας την αγωνία των φανς. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το "Tomboy" είναι οι αναπόδραστες συγκρίσεις με το "Person Pitch", το αμέσως προηγούμενο άλμπουμ του Panda Bear, που αποτελεί μία από τις πιο εμπνευσμένες, αρτιες και ολοκληρωμένες δουλειές των 00's. Δεν πρέπει όμως να συγκριθεί ούτε με τη σόλο καριέρα του Panda Bear, ούτε με καμία κυκλοφορία των Animal Collective. Πρέπει να ιδωθεί πρωτίστως ως ένα αυτούσιο έργο. Έτσι σε τελική ανάλυση, το αντιμετωπίζει και ο δημιουργός του. Η χαρακτηριστική ψυχεδέλεια του Panda Bear απλώνεται καθόλη τη διάρκεια του δίσκου, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο κλίμα με τις αχτίδες φωτός του ήλιου της πορτογαλικής πρωτεύουσας που έχουν εισχωρήσει στη μουσική, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τη σκοτεινή ατμόσφαιρα των ρυθμών στο φόντο των συνθέσεων. Στην ουσία πρόκειται για αυθεντική pop, διανθισμένη με σύγχρονα ηλεκτρονικά/πειραματικά στοιχεία. Όσο εξελίσσεται ο δίσκος, τόσο σου φανερώνεται η αληθινή του ταυτότητα. Από τα ανέμελα και καλοκαιρινά 'You Can Count on Me' και 'Surfer's Hymn', οδηγείσαι σταδιακά στην ασφυκτική ατμόσφαιρα του 'Drone' και στην κατάνυξη του 'Scheherazade', για να χαθείς στην αφηρημένη ψυχεδέλεια του 'Benfica'. Όσο για το 'Afterburner', δεν είναι μόνο η κορυφαία στιγμή του "Tomboy", αλλά αποτελεί ένα από τα highlights της προσωπικής καριέρας του Panda Bear. Αναμφίβολα το 'Odessa' του 2011.

Το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο με κάθε κυκλοφορία της συνομοταξίας των Animal Collective. Πρέπει να ρωτήσεις τον εαυτό σου πόσο αγαπά την απλή, τη νοήμουσα, την ακομπλεξάριστη pop. Αυτή που ξεκινά από τον Brian Wilson και τους Beach Boys. Γιατί είναι ολοφάνερη πίσω και από το "Tomboy" η αλυσίδα που αρχίζει από το "Pet Sounds" και καταλήγει στους Animal Collective. Εν κατακλείδι, το "Tomboy" θα μνημονεύεται ως ένας από τους κορυφαίους δίσκους του 2011, και θα βρίσκεται επάξια δίπλα στο "Person Pitch" στη δισκογραφία του Panda Bear.

Panda bear — Afterburner by blackskywhite